Persona 5 Royal

Μας έκλεψε την καρδιά...
by Βαγγέλης Λερός on 29 Απριλίου 2020

Η σειρά «Persona» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα από τα πιο επιτυχημένα πειράματα στην ιστορία των gaming spin-offs. Η ιαπωνική «Atlus», έχοντας ήδη γίνει γνωστή στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου με τις κυκλοφορίες των «Shin Megami Tensei», ερμήνευσε τη μεγάλη επιτυχία του «If…» (1994, Super Famicon/PlayStation), ως μια ευκαιρία να ικανοποιήσει το έντονο ενδιαφέρον που έδειξε το κοινό για ένα RPG σε school setting. Έτσι γεννήθηκε το «Revelations: Persona», θέτοντας τις βάσεις για όσα ακολούθησαν, με τη σειρά να μετρά πλέον 5 canon κυκλοφορίες και αρκετά spin-offs.

Αρχής γενομένης από την τρίτη προσθήκη της σειράς, η Atlus βρήκε τρόπο να κινείται μεταξύ των platforms και να «αρμέγει» με σύνεση τα παιχνίδια της, εδραιώνοντας την τακτική των «ενισχυμένων remasters» και ports. Αντί να τα βγάζουν ολόιδια, σε πολλές διαφορετικές κονσόλες, άρχισαν να προσθέτουν περιεχόμενο και να βελτιώνουν τα υπάρχοντα games, δημιουργώντας τρόπον τινά «Definitive Editions», με διαφορετικό υπότιτλο. Έτσι, είχαμε τα Persona 3 «FES» και «Portable» να ακολουθούν την standard κυκλοφορία, με διαφορά λίγων ετών. Το ίδιο έγινε και με το «Golden», που ακολούθησε την επιτυχία του «Persona 4».

Με την ίδια συνταγή, το «Persona 5», ένα από τα καλύτερα JRPG της ιστορίας, αποκτά τη δική του… ενισχυμένη έκδοση, με τον υπότιτλο «Royal». Όπως πάντα, η Atlus μας δίνει κάτι παραπάνω από ένα απλό remaster, αλλάζοντας αρκετά πράγματα στη βασική δομή της ιστορίας και του gameplay, ενώ παράλληλα βελτιώνει τον οπτικοακουστικό τομέα, με μικρές πινελιές φρεσκαρίσματος. Σημαντικότερη αλλαγή όλων, η εξισορρόπηση των στατιστικών που αφορούν τη μάχη, αλλά και των μηχανισμών διαχείρισης του χρόνου, που αποτελούσε, ίσως, τη μοναδική… παραφωνία στο «κονσέρτο τελειότητας» του original Persona 5.

Το «σκαρί» του παιχνιδιού μένει ίδιο. Μιλάμε για ένα κλασικό JRPG με παραδοσιακή turn-based μάχη και dungeon crawling. Το βασικό twist που συνθέτει τη συνταγή της επιτυχίας, είναι το περιβόητο «life-simulation», που αφορά τη διαχείριση του χρόνου, στην καθημερινή ζωή του πρωταγωνιστή.

Ο χαρακτήρας μας είναι ένας μαθητής λυκείου που μετακομίζει στο Tokyo, μετά την άδικη αποβολή του από το σχολείο του, όταν χτύπησε έναν άγνωστο στο δρόμο που παρενοχλούσε μια γυναίκα. Τον φιλοξενεί ένας οικογενειακός φίλος, που διατηρεί ένα καφέ, το Leblanc, η σοφίτα του οποίου θα γίνει το δωμάτιό μας για το διάστημα του ενός έτους που θα διαρκέσει η περίοδος επιτήρησης (probation). Στο νέο μας σχολείο κάνουμε φίλους, ενώ σταδιακά αντιλαμβανόμαστε πόσο διεφθαρμένη και τοξική είναι η κοινωνία που ζούμε. Το σημείο που η πραγματικότητα συναντά τη φαντασία, είναι η στιγμή που μια μυστήρια φιγούρα, αλλά γνώριμη στον παίκτη από προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, ο Igor, μας μεταφέρει υπερφυσικά σε ένα παράξενο δωμάτιο, σε μια άλλη διάσταση, «between dream and reality, mind and matter».

Εκεί μαθαίνουμε πως είμαστε ξεχωριστοί, καθώς η μοίρα μας συνδέεται με εκείνη του κόσμου μας, που θα βρεθεί σε τεράστιο κίνδυνο αν δεν «αποκατασταθούμε» (rehabilitate), μια διαδικασία στην οποία σκοπεύει να μας μυήσει. Εφεξής, έχουμε τη δυνατότητα να κινούμαστε μεταξύ πραγματικού κόσμου και Metaverse, μια άλλη διάσταση που υφίσταται στο «συλλογικό ασυνείδητο», χρησιμοποιώντας ένα ειδικό navigation app στο κινητό του πρωταγωνιστή.

Θα πρέπει να εντρυφήσει κανείς, σε προχωρημένες έννοιες της Φροϋδικής Ψυχολογίας για να συλλάβει όλους τους συμβολισμούς στη βασική ιδέα του Persona, όμως αυτή η μυθοπλαστική προσέγγιση εκμεταλλεύεται τέλεια τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπινου εγκεφάλου, παρουσιάζοντας μια από τις πιο mind-blowing ιστορίες που έχουμε δει, συνολικά, σε όλα τα είδη τέχνης. Οι θεωρίες του Φρόυντ και του Καρλ Γιούνγκ είναι πηγή έμπνευσης για όλα τα παιχνίδια της σειράς, όμως το Royal, όπως και το Persona 5, πραγματεύεται μια πιο σύγχρονη θεματολογία, σε ένα πολύ απτό αστικό setting και με τους χαρακτήρες να έχουν κοινούς προβληματισμούς με τον μέσο παίκτη.

Οι ανταγωνιστές μας είναι συνήθως άνθρωποι που τυφλώθηκαν από τα πάθη τους, υποκύπτοντας σε «θανάσιμα αμαρτήματα», με μοτίβο που παραπέμπει σε κάποιο βιβλικό δίδαγμα. Κάθε τέτοιος αντίπαλος κατέχει ένα «Παλάτι» στο «Metaverse», εντός του οποίου παίρνουν μορφή όλες οι διεστραμμένες επιθυμίες ή πεποιθήσεις του. Ο χαρακτήρας και οι πράξεις των ανθρώπων στον πραγματικό κόσμο συνδέονται άμεσα με το Metaverse. Έχουμε, για παράδειγμα, έναν καθηγητή που ασελγεί σε μαθητές (λαγνεία), έναν πρόεδρο πολυεθνικής που βασανίζει τους εργαζομένους για το κέρδος (απληστία) κ.ο.κ..

Όταν γνωρίζουμε τον Morgana, μια γάτα που μιλάει, μας διδάσκει την τέχνη του να «κλέβεις καρδιές», μια διαδικασία κατά την οποία «παραβιάζουμε» το Παλάτι κάποιου, με σκοπό να του αλλάξουμε… μυαλά. Σε μια κοινωνία που έχει αποθρασυνθεί, με την αδικία να ταλαιπωρεί τον ίδιο αλλά και τους γύρω του, ο πρωταγωνιστής συντάσσει την ομάδα των «Phantom Thieves», για να αρχίσουν κάπου εκεί οι περιπέτειές μας. Μοιραία, οι καταστάσεις περιπλέκονται και οι αποκαλύψεις ρίχνουν φως σε πολύ σημαντικότερα προβλήματα και απειλές για την ίδια την ανθρωπότητα.

Κάτω από τις μάσκες και τις φανταχτερές στολές τους, οι Phantom Thieves είναι μια απλή παρέα λυκειόπαιδων, που προσπαθεί να την παλέψει μεταξύ σχολικών υποχρεώσεων, εφηβικών προβληματισμών και ενός δυσβάσταχτου βάρους ευθύνης, στην προσπάθειά τους να «διορθώσουν» την κοινωνία. Η προσομοίωση της «ζωής» στο Persona παραμένει για ακόμα ένα entry απολαυστική, φροντίζοντας για την εξισορρόπηση της εμπειρίας, μεταξύ του dungeon crawling στα Παλάτια και της απλής καθημερινότητας του Tokyo.

Όταν δεν βρισκόμαστε στο Metaverse, επενδύουμε χρόνο στις κοινωνικές μας επαφές, εξελίσσουμε τα social skills και τα στατιστικά μας, παίρνοντας μέρος σε διάφορες δραστηριότητες και κάνοντας μια συμβατική μαθητική ζωή. Ένα παράπονο που είχαν οι παίκτες στο αρχικό παιχνίδι ήταν πως αυτός ο χρόνος δεν επαρκούσε για να αναπτυχθούν ικανοποιητικά όλα μας τα στατιστικά στο πρώτο playthrough. Στο Royal, ο Morgana δεν μας στέλνει… για ύπνο «με τις κότες», δίνοντάς μας την ευκαιρία να χωρέσουμε περισσότερες ασχολίες σε μία μέρα, σε βαθμό που, με μια καλή διαχείριση, ο χρόνος περισσεύει.

Ομολογουμένως, η Atlus έχει πετύχει διάνα με αυτήν τη διαρκή εναλλαγή σε είδη gameplay, μιας και είναι ακατόρθωτο να βαρεθείς. Η εφαρμογή των side missions στο «δημόσιο Παλάτι», «Mementos», μας δίνει τη δυνατότητα να ριχτούμε στη μάχη ανά πάσα στιγμή, όταν βαρεθούμε να διαβάζουμε βιβλία, ή να δουλεύουμε part-time για το χαρτζιλίκι μας. Όταν, πάλι, μας κουράσουν τα τέρατα και το grinding στα απύθμενα δαιδαλώδη dungeons, μπορούμε να κάνουμε ένα διάλειμμα για να πιούμε έναν καφέ με κάποια από τις αμέτρητες romanceable waifu του τίτλου, κάτι που προσθέτει «πικάντικες» νότες από dating simulator.

Το loading screen φροντίζει να μας υπενθυμίζει με ένα διακριτικό λογότυπο το νόημα του παιχνιδιού: «Take your Time». Δεν θα μπορούσα να διαλέξω καλύτερο tagline για το παιχνίδι, αφού εκεί κρύβεται όλη η ουσία και η «νοστιμιά» του. Το Royal είναι ένα μπαμπάτσικο RPG που θα σας απασχολήσει για πάνω από 100 ώρες, χωρίς να συνυπολογίζω τον τεράστιο βαθμό replayability. Η ομορφιά του βρίσκεται, πρωτίστως, στις λεπτομέρειες και στον εθισμό της ρουτίνας του. Δεν υπάρχει κατάλληλη στιγμή να σταματήσεις να παίζεις• αυτό είναι που με εντυπωσίασε περισσότερο. Οι ώρες παίζοντας κύλησαν σαν νερό, ενώ δεν θυμάμαι πόσες φορές κορόιδεψα τον εαυτό μου λέγοντας: «ακόμα μια μέρα και το κλείνω».

Το ίδιο το σενάριο και η πλοκή δεν βοηθούν ιδιαίτερα στο παραπάνω, αφού κρίνονται εξίσου εθιστικά, με καταιγιστικό pacing στα διαστήματα των βασικών αποστολών και twists που ακόμα και τώρα, 3 playthroughs αργότερα, δεν μπορώ να συλλάβω τη μαεστρία με την οποία αποκαλύπτονται.

Όσοι έπαιξαν το original, ίσως έχουν ακόμα ζωγραφισμένη την έκπληξη στο πρόσωπό τους, με όσα είδαν τα μάτια τους στο τέλος του Persona 5. Το Royal, βέβαια, το κάνει να μοιάζει με απλές… διατάσεις γνάθου, που μας προετοιμάζουν για τα νέα endings. Δύο καινούριοι χαρακτήρες προστίθενται στο cast: μια πρωτοετής μαθήτρια, η Kasumi, που γίνεται μέλος του party μας, αλλά και ο Dr. Maruki, ένας σχολικός σύμβουλος/ειδικός στον κλάδο της γνωσιακής επιστήμης.

Αμφότεροι προσδίδουν στην ιστορία σημαντικά, χωρίς να αλλάζουν ριζικά την έκβαση των γεγονότων, δίνοντας, όμως, μια νέα διάσταση. Πολλά κενά του πρώτου παιχνιδιού «γεμίζουν» και τα κομμάτια του παζλ μοιάζουν να «κουμπώνουν» καλύτερα. Οι επαφές μας μαζί τους δρομολογούν εξελίξεις που συνεχίζουν την ιστορία, ενώ μπορούμε να απολαύσουμε ακόμα ένα playable semester σχολικής περιόδου, με συνολικό extra content που θα σας απασχολήσει για περίπου 20 ώρες, επιπλέον.

Εκτός των νέων προσώπων, οι υπάρχοντες χαρακτήρες αναπτύσσονται καλύτερα, ειδικότερα ο Goro Akechi, ο οποίος πλέον έχει διαρκέστερο story arc και γίνεται playable για μεγαλύτερο διάστημα. Για όλα τα confidants (οι άνθρωποι που συνάπτουμε σχέσεις), έχει γίνει ένα μικρό rework στους χαρακτήρες τους, με περισσότερους διαλόγους να έχουν, πλέον, voice acting, περισσότερα animations και διαλόγους πριν και μετά τις συναντήσεις μας, μέσω τηλεφώνου.

Υπάρχουν μικρές αδύναμες στιγμές στο writing, αλλά αποδίδονται, κυρίως, στο localization, που παρόλη την προσεγμένη δουλειά που έγινε, έρχεται αντιμέτωπο με τη σκληρή πραγματικότητα της απόδοσης στα αγγλικά. Κάποιες φράσεις «χάθηκαν στη μετάφραση» και ίσως να μη βγάζουν νόημα χωρίς τα συμφραζόμενα, όμως ο βαθμός που συναντάται το φαινόμενο είναι, σχετικά, μικρός και δεν ενοχλεί ιδιαίτερα, ειδικά τους μύστες της «τζαπανίλας». Στα ίδια μήκη κινείται και το «Japanese weirdness», που, σαφώς, δεν είναι σε επίπεδα «Yakuza», αλλά παρατηρείται εδώ κι εκεί, ικανό να παραξενέψει τους ανυποψίαστους. Ως παλιός fan των JRPG, το βρήκα αρκετά κομφορμισμένο στη δυτική πραγματικότητα, όμως οφείλω να επισημάνω τα παραπάνω για τους νεοεισελθέντες στη «φάση».

Παίζουμε Persona για το "plot"...

Στον τομέα του gameplay, το Royal δέχεται καίριες επεμβάσεις που τελειοποιούν το, ήδη λειτουργικό και αγαπημένο, προϋπάρχον σύστημα. Ακόμα ένα παράπονο του fanbase, που αφορούσε την οικονομία των SP points, επιλύεται στη νέα έκδοση, εξισορροπώντας, σημαντικά, το κομμάτι της μάχης.

Στο Persona έχουμε το αρχέτυπο του turn based combat, με ένα party που μπορούμε να ελέγχουμε, (αν το επιθυμούμε) κάνοντας με τη σειρά επιθέσεις στα τέρατα (shadows) που συναντούμε στο Metaverse. Κάθε χαρακτήρας έχει το δικό του Persona, τη δαμασμένη μορφή ενός προσωπικού shadow που κρύβει ο καθένας μέσα του. Ο πρωταγωνιστής, βέβαια, έχει την ικανότητα να «δαμάζει» τα άγρια shadows, ενώ, στην πορεία, ο Igor μας μαθαίνει τρόπους να συνδυάζουμε τα Persona για να δημιουργήσουμε καινούρια, πιο δυνατά. Στο Royal, έχουν προστεθεί και traits, δηλαδή passive ικανότητες που διαλέγουμε κατά τη διαδικασία του «Fuse», για να ενισχύσουμε τα στατιστικά των Persona μας.

Τα shadows έχουν αδυναμίες και πλεονεκτήματα σε διαφορετικά στοιχεία (elements), όπως φωτιά, πάγο, αέρα κλπ. Πάνω σε αυτό το elemental damage βασίζεται, στρατηγικά, η μάχη, όμως το Persona δεν μένει εκεί. Έχουμε όπλα και αξεσουάρ, που μας επιτρέπουν να επιτεθούμε με τους ίδιους τους χαρακτήρες, όταν το physical damage είναι προτιμότερο, κατά περίπτωση.

Αξιοποιώντας σωστά τα Persona και τον εξοπλισμό σας, χτυπάτε τα «weak» spots των εχθρών ή κάνετε critical damage, κάτι που ανοίγει το δρόμο για πιο εξεζητημένες τακτικές. Μπορείτε να κάνετε special κινήσεις που εμπλουτίζονται, στο Royal, με την προσθήκη των Showtime επιθέσεων, προξενώντας μεγαλύτερη ζημιά. Καθηλώνοντας έναν εχθρό, μπορείτε να διατάξετε μαζική επίθεση, να ζητήσετε από το shadow χρήματα σε αντάλλαγμα με τη ζωή του ή ακόμα και να το δαμάσετε επί τόπου, παίρνοντάς το μαζί σας για τη συνέχεια. Στη νέα έκδοση του Persona 5 θα βρούμε νέα τέρατα, βελτιωμένο σύστημα Baton Pass, που επιβραβεύει με HP/SP τους σωστούς συνδυασμούς κινήσεων και το συνεργατικό παιχνίδι εντός του party, όπως και ένα νέο είδος shadows που αυτοκαταστρέφονται στη μάχη.

Το φρεσκάρισμα έχει «πιάσει» και τα ίδια τα dungeons (Παλάτια), που επωφελούνται ενός νέου μηχανισμού, της εξερεύνησης με το grappling hook που διαθέτει ο χαρακτήρας. Έτσι, έχουμε, πλέον, πρόσβαση σε ψηλά σημεία της πίστας που ανοίγουν νέες περιοχές. Η δομή των dungeons αλλάζει ριζικά, ενώ νέα collectibles, τα Will Seeds, συλλέγονται από ειδικά κρυμμένα δωμάτια. Κάθε παλάτι έχει 3 τέτοια, που, όταν συλλεχθούν, συνθέτουν μοναδικά items. Κατά τα λοιπά, οι γρίφοι σε κάθε παλάτι μένουν απαράλλακτοι, το ίδιο challenging και έξυπνοι, όπως συνηθίσαμε στο πρωτότυπο.

Στα Mementos, ένας νέος NPC χαρακτήρας, ο πιτσιρίκος Jose, εμφανίζεται για να προσφέρει βοήθεια, με το αζημίωτο. Μαζεύοντας λουλούδια και «stamps» στις στοές, επενδύετε σε σπάνια αντικείμενα ή στις υπηρεσίες του μυστήριου αγοριού, το οποίο δύναται να αλλάξει το «cognition» του τοπίου, εφαρμόζοντας bonus στο συντελεστή απόκτησης χρημάτων, loot και πόντων εμπειρίας. Ειδικά το τελευταίο, βοηθά στη διαδικασία του grinding, κάτι πολύτιμο, καθώς προχωράτε στο παιχνίδι και η δυσκολία αυξάνεται.

Η σχολική εμπειρία περιλαμβάνει προφορικές και γραπτές εξετάσεις σε trivial ερωτήσεις...

Στο άμαχο κομμάτι του παιχνιδιού και την κοινωνική προσομοίωση, τα πράγματα μένουν ως είχαν, με μικρές προσθήκες στις διαθέσιμες τοποθεσίες εξερεύνησης και ένα ακόμα mini-game με βελάκια (darts). Η περιπλάνησή μας στις φανταστικές μεν, εμπνευσμένες από την πραγματικότητα δε, τοποθεσίες του Tokyo είναι κάτι παραπάνω από ενδιαφέρουσα. Απλοϊκά side-quests, που συνδέονται με κάποια αποστολή μας στο Metaverse, μας ωθούν στο να ξεψαχνίσουμε κάθε γωνιά του αξιαγάπητου αυτού κόσμου, που είναι σχεδιασμένος με απίστευτη λεπτομέρεια. Ενδεχομένως, αυτό το Slice of Life κομμάτι να κλέβει τις καρδιές του κοινού, ακόμα και σήμερα, χρόνια μετά το έναυσμα που έδωσε το «If…» για να φτιαχτεί το πρώτο Persona game.

Τέλος, είδαμε την προσθήκη του «Thieves Den», έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο που έχει, ξεκάθαρα, ρόλο fan service στο παιχνίδι. Εκεί μπορούμε να διακοσμήσουμε την προσωπική μας «γιάφκα» με collectibes, να ακούσουμε το party μας να σχολιάζει καταστάσεις, να περιηγηθούμε στο χώρο παίζοντας ως άλλοι χαρακτήρες και άλλες τέτοιες, ασήμαντες, αλλά ευπρόσδεκτες από το hardcore κοινό λειτουργίες.

Αισθητικά, έχουμε ένα συνολικό rework στο art του παιχνιδιού. Τα πορτρέτα των χαρακτήρων κατά το διάλογο έχουν πιο καθαρό σχεδιασμό, ενώ συνοδεύονται από διανθισμένο animation. Τα καινούρια cutscenes για το επιπλέον περιεχόμενο μας ενθουσίασαν, όπως και τα βελτιωμένα, σε ανάλυση, in-game textures. Στο PlayStation 4 Pro, μάλιστα, με τη βοήθεια checkerboarding τεχνικών, έχουμε ένα αποτέλεσμα που προσεγγίζει το 4Κ. Στη βασική έκδοση έχουμε το τυπικό 1080p resolution, με τα καρέ να μένουν καρφωμένα στα 30FPS, όπως και στην περίπτωση του Pro.

Τα Showtime Attacks συνοδεύονται από μοναδικά cut-scenes ανά ζευγάρια...

Η χαρακτηριστική μουσική, που συνοδεύει όλα τα Persona, επιστρέφει δριμύτερη, με 28 νέα κομμάτια από τον μάστερ του είδους, Shoji Mejuro, να προστίθενται στην αρχική μουσική επένδυση. Στην πλειοψηφία του, το soundtrack αποτελείται από Acid Jazz μελωδίες, ένα κράμα από jazz, soul, funk και disco. Το συγκεκριμένο είδος ντύνει, συνήθως, το social τμήμα του παιχνιδιού και προσφέρεται για επανάληψη, λόγω του χαλαρωτικού ύφους του. Στις μεγάλες μάχες, έχουμε μια πιο αρμόζουσα ροκ/μέταλ προσέγγιση, που κρίθηκε ικανή να μας πωρώσει όταν έπρεπε.

Το music αλλά και το sound design, γενικότερα, έχει γίνει υποδειγματικά, δημιουργώντας μια τέλεια αρμονία με τον αντιστοίχως εξαιρετικό οπτικό τομέα. Ακόμα και πταίσματα του προκατόχου, Persona 5, έχουν επιληφθεί, με πιο χαρακτηριστικό δείγμα του ρετούς εκείνο του Mementos Theme, που για πολλούς έβγαζε μονοτονία. Πλέον, υπάρχουν παραλλαγές στο βασικό theme, ανάλογα με την περιοχή που εξερευνούμε εντός του.

Το voice acting, όπως ήδη αναφέραμε, έχει εμπλουτιστεί με νέα lines και συζητήσεις, με τους ηθοποιούς να έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά. Το σύνηθες φαινόμενο με τα «μουγκρητά», καθώς κείμενο απλώνεται στις οθόνες έχει περιοριστεί αρκετά, χωρίς να εκλείπει, με το μεγαλύτερο μέρος των σημαντικών διαλόγων να έχουν πλήρη φωνητική κάλυψη.

Το «απόσταγμα» των εμπειριών μας από την αισθητική του τίτλου έχει τη… γεύση του δέους. Αν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε μία λέξη για να το περιγράψουμε, θα ήταν «στυλάτο», αν και θα θεωρούντο… υποτίμηση, αν αναλογιστούμε το ΠΟΣΟ στυλ έχει. Από τα μενού της μάχης, μέχρι το interface του κινητού μας, ό,τι βλέπουμε στην οθόνη μας, βγάζει μια ανεπανάληπτα καλόγουστη αισθητική, παρά τους φανταχτερούς τόνους, που σε κάθε άλλη περίπτωση μεταχείρισης θα μπορούσε να φανεί κιτς. Στο Persona 5 Royal έχουμε, ίσως, το καλύτερο δείγμα HUD και γενικού interface στην κατηγορία του.

Αν πρέπει λοιπόν να… επινοήσω κάποιο αρνητικό στοιχείο για το Royal, πέραν της δεδομένης στόχευσης που έχει σε ειδικό κοινό, με ανοχή στα ιαπωνικά tropes του genre, θα ήταν το γεγονός ότι καθιστά το αρχικό Persona 5 παρωχημένο. Αν, δηλαδή, κάποιος δεν έχει παίξει το Persona 5 μέχρι σήμερα, δεν χρειάζεται να το κάνει, αφού το Royal έχει, πρακτικά, τον ρόλο της βελτιωτικής, απόλυτης έκδοσης. Μπορεί το αρχικό παιχνίδι να ήταν ένα cross-platform release (PS3/PS4), αλλά δεν παύει να λογίζεται ως τίτλος της τρέχουσας γενιάς• για την ακρίβεια, μια από τις μεγαλύτερες κριτικές επιτυχίες μέχρι τώρα. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: αξίζει να ασχολούμαστε με τις αρχικές εκδόσεις των Persona ή να κάνουμε υπομονή για τις definitive, που δείχνουν να έχουν παγιωθεί ως τακτική από την Atlus;

Το παιχνίδι μάς παραχωρήθηκε από την εκδότρια εταιρεία για τις ανάγκες του review.

 

Σχόλια
Λεπτομέρειες
Τίτλος

Persona 5 Royal

Συντάκτης
29 Απριλίου 2020
Developer

P-Studio

Publisher

Sega / Atlus

Διανομή

Zegetron S.A.

Πλατφόρμες

PlayStation 4

Tested on

PlayStation 4 Pro

Κυκλοφορία

31 Μαρτίου 2020

Είδος

JRPG

PEGI

16

Θετικά

+ Εμπλουτίζει προσεκτικά και ουσιαστικά την αρχική, φοβερή ιστορία του Persona 5, με νέους χαρακτήρες και περιεχόμενο
+ Διορθώνει όλα τα προβλήματα με το balance σε στατιστικά, μάχη και time management
+ Βελτιώνει τον τεχνικό του τομέα και εκμεταλλεύεται την έκδοση Pro της κονσόλας
+ Κολακευτικό rework στο art του παιχνιδιού, τα πορτρέτα και τα καινούρια cut-scenes
+ Οι προσθήκες στο soundtrack είναι εφάμιλλης ποιότητας με το αρχικό, δηλαδή εξαιρετικές
+ Συνολικά, μια σημαντικά βελτιωμένη έκδοση ενός από τα καλύτερα RPG της γενιάς

Αρνητικά

- Κάποιες μικρές ασυνέπειες στην ποιότητα του writing που αποδίδονται κυρίως στο localization
- Τα κομμάτια του παιχνιδιού που μένουν ίδια ίσως κουράσουν εκείνους που έχουν νωπές τις μνήμες από το πρωτότυπο

Βαθμολογία
Βαθμόλογία συντάκτη
Βαθμολογία χρηστών
Rate Here
Βαθμολογία
10
9.0
Συνοψίζοντας

Ένα από τα καλύτερα JRPG της ιστορίας, αποκτά τη δική του… ενισχυμένη έκδοση, με τον υπότιτλο «Royal». Όπως πάντα, η Atlus μας δίνει κάτι παραπάνω από ένα απλό remaster, αλλάζοντας αρκετά πράγματα στη βασική δομή της ιστορίας και του gameplay, ενώ παράλληλα βελτιώνει τον οπτικοακουστικό τομέα, με μικρές πινελιές φρεσκαρίσματος. Σημαντικότερη αλλαγή όλων, η εξισορρόπηση των στατιστικών που αφορούν τη μάχη, αλλά και των μηχανισμών διαχείρισης του χρόνου, που αποτελούσε, ίσως, τη μοναδική… παραφωνία στο «κονσέρτο τελειότητας» του original Persona 5.

10
Βαθμός
9.0
Βαθμός
You have rated this
What's your reaction?
LOL
0%
Cheers
100%
Τιιιιι ;
0%
Μπαααα
0%
Sad
0%
Rage
0%
/* ]]> */
http://bs.serving-sys.com/serving/adServer.bs?cn=display&c=19&mc=imp&pli=22935073&PluID=0&ord=[timestamp]&rtu=-1