Resident Evil Village - Review

by Κώστας Νικολούζος on 13 Μαΐου 2021

Αν μπορεί να υπερηφανεύεται για ένα εκ των πονημάτων του ο ταλαντούχος σχεδιαστής παιχνιδιών Shinji Mikami, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το δημοφιλές franchise Resident Evil. Σύστησε τη survival horror σειρά στο κοινό για πρώτη φορά το 1996 και για περίπου μία δεκαετία την κράτησε στην κορυφή του είδους της, έχοντας ως βασικό του "όπλο" την πιστή απόδοση του ατμοσφαιρικού άγχους και του τρόμου.

Το τελευταίο μέρος της σειράς που σκηνοθέτησε ο ίδιος ήταν το Resident Evil 4 (2005). Έκτοτε, Capcom και Mikami αποφάσισαν να ακολουθήσουν βίους αντίθετους. Από την επόμενη κιόλας κύρια κυκλοφορία (Resident Evil 5 - 2009), η απουσία του Ιάπωνα σκηνοθέτη από το "τιμόνι" της ανάπτυξης κατέστη εμφανέστατη, με τη σειρά να αποκτά έναν περισσότερο action και λιγότερο horror χαρακτήρα. Οι φανατικοί της σειράς δεν κατάφεραν ποτέ να αποδεχθούν την αλλαγή στο ύφος της και η κυκλοφορία του -έντονου πια σε action στοιχεία- Resident Evil 6 (2012) ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της αγανάκτησης όλων όσων είχαν λατρέψει τη σειρά για τον αυθεντικό της survival horror χαρακτήρα, που  αποτελούσε πια παρελθόν.

Λιγότερο τα σχόλια του κοινού και περισσότερο οι μέτριες κριτικές του Resident Evil 6, ανάγκασαν την Capcom να επανεξετάσει το ενδεχόμενο επιστροφής της σειράς στις "ρίζες" της. Όπερ και εγένετο τον Ιανουάριο του 2017 με το λανσάρισμα του Resident Evil 7: Biohazard (διαβάστε το αναλυτικό μας review εδώ). H έβδομη προσθήκη στα κύρια κεφάλαια της σειράς παρουσιάζει μία σαφέστερα περισσότερο κλειστοφοβική, καταδιωκτική και αγχωτική αισθητική από τους προκατόχους της, με την οπτική να γίνεται πρώτου προσώπου. Τα σχόλια που απέσπασε, ως συνολική εμπειρία, ο τίτλος από κριτές και κοινό ήταν τουλάχιστον ενθαρρυντικά.

Η αποδοχή που έδειξε να λαμβάνει η επαναπροσδιορισμένη "ταυτότητα" του Resident Evil 7, από τα πρώτα κιόλας σχετικά δείγματα γραφής, προέτρεψαν την Capcom να αναπτύξει και το αμέσως επόμενο κύριο μέλος της σειράς σε παρόμοιο μοτίβο. Ο λόγος για το Resident Evil Village που αποτελεί σεναριακή συνέχεια του έβδομου κεφαλαίου και διατίθεται, πλέον, στα καταστήματα. Στις παρακάτω γραμμές θα αποτυπώσουμε τις εντυπώσεις μας από την εμπειρία που αποκομίσαμε παίζοντάς το, προσπαθώντας παράλληλα να απαντήσουμε στα ερωτήματα του πώς το Village διαχειρίζεται τη θετική ανταπόκριση του προκατόχου του και τι έχει να προσφέρει ως αυτούσιος τίτλος.

Ιστορία

Η ιστορία του Village διαδραματίζεται στην Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα σε κάποιο γραφικό χωριό της Ρουμανίας. Στον ρόλο του πρωταγωνιστή επιστρέφει για δεύτερη φορά ο Ethan Winters, μετά την "παρθενική" του εμφάνιση ως κεντρικός χαρακτήρας στο Resident Evil 7. Τρία χρόνια μετά τα γεγονότα με την οικογένεια Baker, ο Ethan και η Mia -έχοντας πια στο πλευρό τους τη νεογέννητη κόρη τους- προσπαθούν να κάνουν μία νέα αρχή στη ζωή τους. Η οικογενειακή γαλήνη των Winters πλήττεται βίαια όταν ένα βράδυ δέχονται επίθεση στο σπίτι τους. Οι σκηνές που εκτυλίσσονται αποτελούν έναν ακόμη ζωντανό εφιάλτη για τον Ethan, που βλέπει την όποια ευτυχία του να βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής. Κάπως έτσι, ο πρωταγωνιστής μας εμπλέκεται σε μία ακόμη απεγνωσμένη περιπέτεια αναζήτησης, παλεύοντας για να σώσει ό,τι πιο πολύτιμο έχει - την οικογένειά του. Σας ζητούμε συγγνώμη για τη λιτότητα της σεναριακής περιγραφής, αλλά από τα πρώτα κιόλας λεπτά προβάλλονται σημαντικές σκηνές που θεωρούμε ότι είναι καλύτερο να τις βιώσετε παίζοντας.

Ξεκινώντας, οι πρώτες 3-4 ώρες της ιστορίας κρίνονται δυναμικές. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται σε αυτό το χρονικό διάστημα καταφέρνουν να κερδίσουν τις εντυπώσεις, με τις συνθήκες που προκύπτουν να δημιουργούν κατά περιπτώσεις το πολυπόθητο αίσθημα του καταδιωκτικού άγχους. Οι κλειστοί και ενίοτε σκοτεινοί χώροι που παρουσιάζονται, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, βοηθούν στη δημιουργία μιας κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας ανά διαστήματα. Σε μικρές δόσεις, διάσπαρτες στη διάρκεια των γεγονότων, υπάρχουν τοποθετημένες οι κλασικές jump scare στιγμές. Καλοδεχούμενο στοιχείο, ικανό να προκαλέσει έκπληξη πότε-πότε, αλλά σε καμία περίπτωση αρκετό για να προκαλέσει τρόμο.

Μετά τη δραστήρια εκκίνηση, το σενάριο παρουσιάζει κάπου στη μέση των γεγονότων τη μεγαλύτερη "κοιλιά" του από άποψη ενδιαφέροντος. Οι ατμοσφαιρικές σκηνές είναι ελάχιστες και τα επίπεδα δράσης είναι μειωμένα σε σχέση με τα δρώμενα πριν και μετά από το συγκεκριμένο κομμάτι.  Έχοντας μπει ήδη στο δεύτερο μισό της ιστορίας και πριν το φινάλε, η αδρεναλίνη αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει. Τα ηνία της εξέλιξης παίρνει η δράση, συνοδευόμενη πια από μικρές δόσεις συνθηκών άγχους και κλειστοφοβίας.

Το τελευταίο μέρος της ιστορίας απορρίπτει σχεδόν οποιαδήποτε προσπάθεια πρόκλησης άγχους. Χαρακτηρίζεται από τις πλούσιες δόσεις δράσης του και στηρίζει την επιτυχία του στο φινάλε, με τις σκηνές της τελευταίας ώρας να κάνουν έντονη χρήση τεχνικών επίκλησης συναισθημάτων. Με τον τερματισμό του Village έχουμε και την ολοκλήρωση της περιπέτειας του Ethan, ενός φινάλε που κατά την ταπεινή μας άποψη κρίνεται εν τέλει επιτυχημένο. Πρώτον, αιτιολογεί ικανοποιητικά τις ενίοτε αφύσικες αντιδράσεις του πρωταγωνιστή που μέχρι τότε τις θεωρούσαμε απλά μέρος μίας μέτριας ερμηνείας. Δεύτερον, δίνει απαραίτητες εξηγήσεις -ακόμη και για τα γεγονότα του Resident Evil 7- χωρίς να γεννά εκ νέου αναπάντητα ερωτήματα. Τέλος, το κλείσιμο της ιστορίας δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για μία "φρέσκια" και ενδιαφέρουσα συνέχεια στο σενάριο του franchise.

Θέμα συζήτησης αναμένεται σίγουρα να αποτελέσει το καστ των κακών. Εδώ και χρόνια αποτελούν παρελθόν οι μολυσμένοι απέθαντοι με τις σάπιες σάρκες τους, παραχωρώντας κάθε φορά τη θέση τους σε διαφορετικές ιδέες, όπως τη "Μούχλα" του Resident Evil 7. Με το Village, η Capcom αποφάσισε να διευρύνει όσο ποτέ άλλοτε την ποικιλία των χαρακτηριστικών εχθρών. Η αξιομνημόνευτη φυσιογνωμία της πανύψηλης και λευκοφορεμένης Lady Dimitrescu είναι μόνο η αρχή. Πηγή έμπνευσης αποτελούν οι μεσαιωνικοί μύθοι. Το παρών δίνουν -μεταξύ άλλων- λυκάνθρωποι και βαμπίρ, ενώ είναι έκδηλη και μία γοτθική αισθητική σε πολλά σημεία. Η προσωπική μας άποψη σχετικά με αυτό το ποτ πουρί ανταγωνιστών έχει ανάμεικτο χαρακτήρα. Κάποια στοιχεία ταίριαξαν και κάποια άλλα όχι. Γενικά, η αίσθηση που δημιουργείται είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μία εμπειρία βγαλμένη από τα παλιά. Πρόκειται για μία πρόταση εναλλακτική που είτε θα ξενίσει, είτε θα διασκεδάσει τους παίκτες.

Ένα μέσο πρώτο playthrough απαιτεί 9 με 10 ώρες περίπου έως ότου ολοκληρωθεί. Η διάρκεια αυτή κρίνεται μέτρια χρονικά. Η δομή του σεναρίου επέτρεπε περαιτέρω ανάπτυξη, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με την τριβή του Ethan με κάθε κύριο εχθρό. Οι ερμηνείες του καστ κυμαίνονται σε ποιοτικά επίπεδα, με εξαίρεση τις προαναφερθείσες αφύσικες αντιδράσεις του πρωταγωνιστή.

Gameplay

Οι δημιουργοί του Village, πριν την κυκλοφορία του, μιλούσαν για έναν τίτλο-υβρίδιο μεταξύ των Resident Evil 4 και Resident Evil 7. Η αλήθεια είναι πως το gameplay εμπεριέχει στοιχεία που έχουμε συναντήσει στα δύο προηγούμενα μέρη της σειράς, αλλά προσθέτοντας στη σχετική εξίσωση κάθε πτυχή του παιχνιδιού δεν ενστερνιζόμαστε με ευλάβεια τον ορισμό αυτόν και τις εντυπώσεις που ενδεχομένως να προκαλεί. Θα το θεωρούσαμε περισσότερο μια ξεχωριστή εμπειρία, εμπνευσμένη από τα δύο αυτά παιχνίδια.

Τα γεγονότα του παιχνιδιού εκτυλίσσονται εντός ενός open world χάρτη. Για το είδος που υπηρετεί το Resident Evil Village το μέγεθος του χάρτη κρίνεται ικανοποιητικό, χωρίς να πλησιάζει επ' ουδενί μεγέθη ανοιχτών κόσμων από τίτλους δράσης. Οι τοποθεσίες του απαρτίζονται από το γραφικό χωριουδάκι (θυμίζει το χωριό του Resident Evil 4) και τις γειτονικές περιοχές του. Φιλοξενεί, φυσικά, το κάστρο της Lady Dimitrescu, όπως και άλλες εγκαταστάσεις που έχουν κομβικό ρόλο στα γεγονότα. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός πως δεν υπάρχει σε κανένα σημείο του παιχνιδιού loading screen. Η ροή του gameplay δεν σταματάει ποτέ, παρά μόνο στα σημεία που ο χειρισμός του πρωταγωνιστή περνάει στα χέρια της AI, πάντα σε πραγματικό χρόνο, κατά την προβολή σκηνών αλληλεπίδρασης και προόδου των γεγονότων.

Όπως και στο Resident Evil 7, η εξερεύνηση και η πλοήγηση στο νέο κεφάλαιο της σειράς γίνεται από οπτική πρώτου προσώπου. Τα περιθώρια εξερεύνησης εδώ είναι σαφώς μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα του προηγούμενου τίτλου. Υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία σε περιοχές και περισσότερα ανοιχτά σημεία. Το δεύτερο είναι ένα χαρακτηριστικό που προκαλεί, σε μεγάλο βαθμό, τη μείωση της αίσθησης κλειστοφοβίας σε σχέση με τον προκάτοχο, αλλά λειτουργεί ευεργετικά στην ποιότητα της εξερεύνησης. Η ροή των γεγονότων απαιτεί αρκετό backtracking μεταξύ των σημείων. Η αναγκαστική επιστροφή όμως στα πλαίσια προόδου της ιστορίας δεν κουράζει σε καμία περίπτωση, αφού κάθε φορά έχει να προσφέρει κάτι καινούργιο. Από τους νέους εχθρούς που θα σας ξαφνιάσουν, μέχρι τις συναντήσεις με ζώα και την πρόσβαση σε -μέχρι πρότινος- κλειδωμένες περιοχές που έχουν να προσφέρουν θησαυρούς και επιπλέον εξοπλισμό (αμφότερα θα αναφερθούν παρακάτω), η δομή της λειτουργίας αυτής είναι καλοσχεδιασμένη.

Στα πλαίσια της εξερεύνησης, λοιπόν, θα βρείτε διάσπαρτα στον κόσμο του Village πυρομαχικά, αντικείμενα αναπλήρωσης υγείας, αλλά και συστατικά για να δημιουργήσετε τα παραπάνω οι ίδιοι. Στοιχείο που θυμίζει το looting του Resident Evil 4 είναι η προσθήκη ευδιάκριτων εύθραυστων κουτιών που εμπεριέχουν αγαθά προς συλλογή. Επιπλέον, εκτός των key items που έχουν να κάνουν με την κύρια πρόοδο, θα συλλέξετε θησαυρούς, Lei (το νόμισμα του τίτλου) και μία πληθώρα από όπλα και εξαρτήματα. Τα καθιερωμένα collectibles δεν θα μπορούσαν να λείπουν ούτε τώρα, με τα διάφορα έντυπα και χειρόγραφα να δίνουν επιπρόσθετες σεναριακές πληροφορίες.

Το αναβαθμισμένο looting του τίτλου βρίσκει απολαυστικό αντίκρισμα μέσα από το shop του και τον πελώριο μυστηριώδη πωλητή εν ονόματι Duke. Ο Duke κάνει την εμφάνισή του σε διάφορα σημεία του χάρτη, σύμφωνα πάντα με τις ανάγκες της ιστορίας, σε ρόλο όμοιο με αυτόν του μυστηριώδη πωλητή στο Resident Evil 4. Εντός του shop μπορείτε να αγοράσετε νέο εξοπλισμό, αντικείμενα και να αναβαθμίσετε τα όπλα σας. Παράλληλα, μπορείτε να πουλήσετε τους διάφορους θησαυρούς που θα αποκομίσετε κατά την εξερεύνησή σας.

Επιπλέον, ο Duke θα σας εξυπηρετήσει και ως μάγειρας. Στο πλαίσιο της ανταμειβόμενης εξερεύνησης, τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία του χάρτη ζώα που έχουν να προσφέρουν το κρέας τους. Παραδίδοντάς το στον Duke, εκείνος θα φτιάξει για εσάς μία ποικιλία από μοναδικές συνταγές, από τις οποίες θα λάβετε μία σειρά από προσωπικές αναβαθμίσεις, όπως η αύξηση της μέγιστης ζωής του Ethan και η μειωμένη ζημία που λαμβάνει σε στάση άμυνας. Αξία στην εξερεύνηση δίνει το γεγονός πως δεν θα συναντήσετε δεύτερη φορά στο ίδιο σημείο το επιθυμητό "κυνήγι", ενώ κάθε συνταγή παρασκευάζεται μία φορά. Έτσι, αν επιθυμείτε να αναβαθμίσετε πλήρως τις ικανότητες του Ethan θα χρειαστεί να εντοπίσετε όλα τα σημεία που φιλοξενούν ζώα στον χάρτη.

Η διαχείριση του χώρου αποθήκευσης αντικειμένων φέρει επίσης ομοιότητες με το Resident Evil 4 και παλαιότερα μέρη της σειράς. Ο συνολικός αποθηκευτικός χώρος παρουσιάζεται ως πλήθος από τετράγωνα, με το κάθε αντικείμενο να πιάνει από ένα έως αρκετά περισσότερα τετραγωνάκια. Έτσι, θα χρειαστεί να τοποθετήσετε οργανωμένα τα αντικείμενά σας ώστε να εκμεταλλευτείτε πλήρως τον συνολικό χώρο της τσάντας σας. Μπορείτε πάντα να επεκτείνετε τον ελεύθερο σας χώρο, αγοράζοντας επιπλέον θέσεις στο shop του Duke. Η επιστροφή της συγκεκριμένης λογικής διαχείρισης αντικειμένων είναι καλοδεχούμενη και θυμίζει κάτι από τα παλιά.

Φυσικά, το Resident Evil δεν είναι ένας προσομοιωτής συλλογής αντικειμένων. Σε μεγάλο βαθμό, η επιτυχία ή αποτυχία της συνολικής εμπειρίας κρίνεται από την ποιότητα των αναμετρήσεων με τους εχθρούς. Από άποψη ποικιλίας αντιπάλων μείναμε πλήρως ικανοποιημένοι από τον συνολικό αριθμό των bosses και mini bosses. Στον αντίποδα, οι συμβατικοί εχθροί που έχουν και τη μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης, μας φάνηκαν περιορισμένοι. Πάντα σε σύγκριση με την πληθώρα ισχυρότερων εχθρών, μετρήσαμε συνολικά μόλις τέσσερα ή πέντε διαφορετικά είδη. Παρ' όλα αυτά, η συνολική ποικιλία εχθρών είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τον αμέσως προηγούμενο και φτωχό σχετικά σε αυτό το κομμάτι, τίτλο της σειράς.

Η ποσότητα των αναμετρήσεων μας άφησε, επίσης, ικανοποιημένους στο μεγαλύτερο διάστημα του playthrough μας. Οι αναμετρήσεις με μικρές ομάδες αντιπάλων είναι τακτικές, ενώ εύστοχη, χρονικά, συχνότητα έχουν και τα σημεία με μεγάλο πλήθος αντιπάλων. Έπειτα, ο σχεδιασμός των αναμετρήσεων και η αντίπαλη AI μας άφησαν ανάμεικτες εντυπώσεις. Αν κάτι μας δυσαρέστησε, αυτό είναι η έλλειψη στρατηγικής έμπνευσης σε οποιαδήποτε μάχη. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η λογική που επικρατεί τις περισσότερες φορές (ακόμα και στις σημαντικότερες αναμετρήσεις) απαιτεί από τον παίκτη να περιφέρεται γύρω από τον στόχο του και να τον πυροβολεί. Το ζενίθ της εν λόγω "στρατηγικής" προσέγγισης είναι το χτύπημα σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Η αλληλεπίδραση με το περιβάλλον (με εξαίρεση τα εύφλεκτα βαρέλια) και οι τεχνικές που θα προκαλούσαν τον παίκτη να σκεφτεί λίγο περισσότερο είναι στοιχεία που λείπουν από τον τίτλο.

Από την άλλη, μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως το Village διαθέτει έναν από τους καλύτερους συμβατικούς εχθρούς στη σειρά. Ο λόγος για το είδος των lycans. Με την αυξημένη τους ταχύτητα και τις κινήσεις τους, δυσκολεύουν τον στόχο των παικτών και σίγουρα θα παραμείνουν στη μνήμη πολλών ατόμων. Παρά την έλλειψη στρατηγικής προσέγγισης, οι στιγμές δράσης είναι διασκεδαστικές και για αυτό ευθύνεται το πλούσιο οπλοστάσιο του τίτλου. Υπάρχουν όπλα για κάθε περίσταση. Το παιχνίδι διαθέτει αναβαθμίσιμα πιστόλια, καραμπίνες, αυτόματα, ρουκετοβόλα και sniper, με τα περισσότερα από αυτά να διαθέτουν περισσότερα από ένα μοντέλο.

Το απλό πιστόλι θα κάνει τη δουλειά του στις περισσότερες αναμετρήσεις με αδύναμους αντιπάλους, το sniper θα βοηθήσει αρκετά σε σημεία που καλό θα ήταν να εξοντώσετε εχθρούς από απόσταση, το πανίσχυρο magnum είναι η απάντηση σε κάθε σκληροτράχηλο τερατούργημα, ενώ highlight θεωρούμε την πάντα αξιόπιστη καραμπίνα που θα σας βγάλει ασπροπρόσωπους όποτε βρεθείτε περικυκλωμένοι από πολλαπλούς εχθρούς. Σε όλα τα παραπάνω έρχονται να προστεθούν οι εκρηκτικές νάρκες και χειροβομβίδες. Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως οι μάχες του Village είναι τουλάχιστον διασκεδαστικές. Με τον όρο "διασκεδαστικές" δεν εννοούμε, φυσικά, πως θα γελάσετε παίζοντας. Όλες οι μάχες περικλείονται από έναν ατμοσφαιρικά σκοτεινό "μανδύα" με ζητούμενο την επιβίωση. Αυτό που εννοούμε είναι ότι θα καταφέρετε να περάσετε καλά στον χρόνο που θα αποφασίσετε να αφιερώσετε.

Ανάμεσα στα στοιχεία της εξερεύνησης και της πλούσιας δράσης, έρχονται να χωρέσουν και μερικές μικρές δόσεις καταδίωξης. Μιλάμε για τις στιγμές εκείνες που θα βρεθείτε κυνηγημένοι από τους εχθρούς σας, σε κλειστούς και σκοτεινούς χώρους, με μοναδική διέξοδο την αποφυγή τους προς πάσα διαφορετική κατεύθυνση. Η προσθήκη τους είναι το στοιχείο που διατηρεί κατά κύριο λόγο τον horror χαρακτήρα του παιχνιδιού. Τις περισσότερες φορές λειτουργούν αποτελεσματικά, προκαλώντας βιαστικές και αγχωτικές κινήσεις από μέρους σας. Για όσους έχουν παίξει το Resident Evil 2 και γνωρίζουν τον Mr. X, υπάρχει και εδώ μία παρόμοια προσπάθεια καταδίωξης που, δυστυχώς, δεν καταφέρνει να προσφέρει ανάλογη συγκίνηση.

Από έναν τίτλο που φέρει την επωνυμία του Resident Evil δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν οι γρίφοι. Οι περισσότεροι από τους γρίφους που θα συναντήσετε είναι εύκολοι. Τοποθετούνται, όμως, ταιριαστά στη δομή του χάρτη και τη ροή των γεγονότων και προσφέρουν το απαραίτητο αίσθημα ικανοποίησης σε κάθε επίλυσή τους. Στο τέλος, όμως, δεν μπορούμε να πούμε πως δεν θέλαμε να δούμε και μερικούς δυσκολότερους γρίφους.

Όσον αφορά στον χειρισμό του Resident Evil Village, οι shooting μηχανισμοί δείχνουν να είναι βελτιωμένοι στα σημεία. Προσφέρουν μία ικανοποιητική εμπειρία που ακροβατεί μεταξύ arcade και ρεαλιστικού χειρισμού. Ένα πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε και ίσως να είναι και το μεγαλύτερο αρνητικό χαρακτηριστικό του gameplay αφορά την αλληλεπίδραση με τα αντικείμενα. Πολύ ορθά εμφανίζεται ένδειξη αλληλεπίδρασης κάθε φορά που ο Ethan πλησιάζει ένα ράφι, ένα κουτί ή απλά μερικά πυρομαχικά που βρίσκονται στο έδαφος. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός πως η αλληλεπίδραση μαζί τους δεν είναι άμεση, αλλά απαιτεί προσπάθεια και επανειλημμένα πατήματα του εκάστοτε πλήκτρου. Συγκεκριμένα, για να συλλέξει ο Ethan το αντικείμενο που επιθυμεί θα χρειαστεί να στρέψετε την κάμερα σε πολύ συγκεκριμένη θέση, κοιτάζοντάς το ξεκάθαρα. Σε κάποια χαλαρά σημεία εξερεύνησης ο συγκεκριμένος κακοσχεδιασμένος μηχανισμός μπορεί να είναι υποφερτός. Όταν όμως θα βρεθείτε σε σημεία καταδίωξης ή έντονης μάχης και θα προσπαθείτε να συλλέξετε αντικείμενα με γρήγορες κινήσεις, θα αντιληφθείτε το πρόβλημα μέσα από τις αποτυχημένες προσπάθειες αλληλεπίδρασης και τα ενδεχόμενα χτυπήματα που θα δεχθείτε από τους εχθρούς σας όσο καθυστερείτε για να εστιάσετε με την κάμερα προς την απαιτούμενη γωνία θέασης.

Συνυπολογίζοντας τα όσα έχουν γραφτεί μέχρι εδώ μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως το gameplay του Resident Evil Village είναι διασκεδαστικό, διαθέτει ποιοτική εξερεύνηση, χαρακτηρίζεται από πλούσια δράση χωρίς ιδιαίτερη στρατηγική, τη στιγμή που οι ατμοσφαιρικές του στιγμές είναι ικανές να διατηρήσουν τον horror χαρακτήρα της σειράς, αλλά όχι να του δώσουν την ταυτότητα μιας αυθεντικής horror εμπειρίας. Ως υποσημείωση, θεωρούμε πως το Resident Evil 7 τα πήγε λίγο καλύτερα από το Village σε ό,τι έχει να κάνει με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που ψάχνει κάποιος σε κυκλοφορία που φέρει τη σήμανση του "horror". Από την άλλη, το Village τα έχει πάει σαφώς καλύτερα στο game design.

Μία επισήμανση που θέλουμε να κάνουμε σε αυτό το σημείο της κριτικής είναι το γεγονός πως η γενική πρόκληση του παιχνιδιού είναι σχετικά χαμηλή. Το πρώτο μας playthrough, στο standard επίπεδο δυσκολίας (έχοντας το aim assist στο off), μας έβρισκε σχεδόν πάντα ήσυχους όσον αφορά στα αποθέματα αγαθών, ενώ οι θάνατοί μας ήταν ελάχιστοι. Όσοι, λοιπόν, ψάχνετε την έξτρα πρόκληση θα χρειαστεί να ξεκινήσετε το παιχνίδι στα πιο απαιτητικά επίπεδα δυσκολίας.

Το Resident Evil Village δεν τελειώνει τη στιγμή που θα ολοκληρωθεί η ιστορία και θα πέσουν οι τίτλοι τέλους. Το The Mercenaries mode επιστρέφει στη σειρά και προσφέρει μερικές ακόμη ώρες ενασχόλησης. Σε μία περισσότερο arcade προσέγγιση, καλείστε να αντιμετωπίσετε σε περιορισμένο χρόνο και διάφορα σημεία του κύριου παιχνιδιού μία σειρά από εχθρούς, στοχεύοντας σε υψηλά σκορ με combos, πάντα με τη βοήθεια διαφόρων perks. Αν και σε άλλους τίτλους της σειράς έχουμε δει το συγκεκριμένο mode να προσφέρει περισσότερους από έναν playable χαρακτήρες, εδώ συνεχίζουμε να έχουμε ως μοναδική επιλογή τον Ethan. Από εκεί και έπειτα, η όποια επιπλέον αξία ενασχόλησης υπάρχει εντοπίζεται στα challenges που υπάρχουν και προσφέρουν πόντους που χρησιμοποιώντας τους μπορείτε να ξεκλειδώσετε περισσότερα όπλα, άπειρα πυρομαχικά κ.α.

Τεχνικός τομέας

Αν το Village έχει κάποιον σχεδόν άρτιο τομέα, αυτός είναι με διαφορά ο τεχνικός. Χρησιμοποιώντας για μία ακόμη φορά τη μηχανή γραφικών RE ENGINE, το οπτικοακουστικό αποτέλεσμα δείχνει ξεκάθαρα πως έχουμε να κάνουμε με μία πανέμορφη AAA κυκλοφορία, χωρίς όμως να αποτελεί ορόσημο όπως είχε αποτελέσει το Resident Evil 7 κατά την κυκλοφορία του το 2017, που είχε προκαλέσει αίσθηση με το φωτορεαλιστικού επιπέδου αποτέλεσμά του. Σίγουρα εδώ έπαιξε ρόλο ο μεγαλύτερος συγκριτικά κόσμος του. Παρ' όλα αυτά, κάθε υφή του παιχνιδιού έχει αποδοθεί τουλάχιστον προσεκτικά και τις περισσότερες φορές με μεγάλη λεπτομέρεια. Από τους ανοιχτούς χώρους με τα εξαιρετικά τοπία και τους ιδανικούς χρωματισμούς, μέχρι τους κλειστούς χώρους με τις "καλογυαλισμένες" επιφάνειες των ξύλινων δαπέδων και την πιστή απόδοση των γεμάτων από textures αντικειμένων στον χώρο. Τα animations των χαρακτήρων, όπως και οι λεπτομέρειες των μοντέλων τους, κρίνονται εξίσου ποιοτικά.

Τα ηχητικά εφέ, με τη σειρά τους, αποδίδουν πάντα και με υψηλή πιστότητα τη δέουσα ατμόσφαιρα. Η εκκωφαντική σιωπή που "σπάει" από ξαφνικούς θορύβους σε διπλανά δωμάτια, το σφύριγμα του αέρα που περνάει μέσα από τα σπασμένα τζάμια, η εύστοχη μουσική υπόκρουση κάθε φορά που πρόκειται να έρθετε σε επαφή με κάποιον κίνδυνο και οι επιβλητικές κραυγές των εχθρών σας είναι μόνο μερικά παραδείγματα.

Συν τοις άλλοις, από άποψη απόδοσης έχουμε μείνει απόλυτα ευχαριστημένοι. Η εμπειρία μας βασίστηκε στην έκδοση του PlayStation 5. Το Village συγκαταλέγεται στους λίγους -ακόμη- τίτλους της κονσόλας που υποστηρίζουν την καινοτόμα τεχνική φωτισμού ray tracing. Με την εν λόγω ρύθμιση ενεργοποιημένη και την ανάλυση μας σε 4K, τα καρέ παρέμεναν σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού σταθερά κοντά στα 60 ανά δευτερόλεπτο. Οι στιγμές που παρατηρήσαμε κάποια πτώση ήταν ελάχιστες και κυρίως σε μία συγκεκριμένη τοποθεσία του χάρτη. Από την άλλη, με την επιλογή του ray tracing απενεργοποιημένη το παιχνίδι τρέχει απρόσκοπτα σε 4K ανάλυση, στα 60fps.

Το οπτικό αποτέλεσμα, με ή χωρίς τα εφέ του ray tracing, είναι σίγουρα ποιοτικό, όμως οι βελτιώσεις της λειτουργίας είναι αρκετές. Χαρακτηριστικά, προσφέρει άκρως ρεαλιστικές αντανακλάσεις σε μαρμάρινες επιφάνειες, νερό και όχι μόνο, στοιχείο που από μόνο του εντυπωσιάζει. Η μόνη οπτική ατασθαλία που παρατηρήσαμε αφορά κάποιες λεπτομέρειες σε ανοιχτούς χώρους, όπως κάποια μικρά σημεία με κλαδιά ή χιόνια που εμφανίζονται ξαφνικά στην οθόνη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι ικανά να καταστρέψουν το κατά τα άλλα ιδιαίτερα ομαλό αποτέλεσμα.

Από άποψη bugs και glitches δεν παρατηρήσαμε το παραμικρό πρόβλημα. Ο SSD δίσκος της κονσόλας δείχνει τις αρετές του κατά την πρώτη φόρτωση του παιχνιδιού που απαιτεί κάτι λιγότερο από μόλις δύο δευτερόλεπτα. Η αποθήκευση έχει επίσης εξαιρετικά σύντομη διάρκεια, ίσως και μικρότερη από ένα δευτερόλεπτο. Τέλος, γίνεται χρήση των λειτουργιών απτικής ανάδρασης του χειριστηρίου DualSense, αν και σε βασική μορφή. Πέρα από την κλασική δόνηση, έχουμε χρήση των adaptive triggers, που απλά αποκτούν βαρύτερο πάτημα όταν ο παίκτης πυροβολεί με όπλα όπως η καραμπίνα. Προς το παρόν, αποδεχόμαστε ότι πρόκειται για νέα τεχνολογία ακόμη και κανείς άλλος, πέρα από τη Sony, δεν την έχει εκμεταλλευτεί ιδιαίτερα, αλλά θα περιμέναμε κάτι καλύτερο, έστω από τις μεγαλύτερες παραγωγές δημοφιλών στούντιο όπως η Capcom.

Τα τελευταία δέκα χρόνια η ποιότητα των Resident Evil τίτλων αποτελεί, καλώς ή κακώς, αίνιγμα πριν την κυκλοφορία τους. Ευτυχώς, το Resident Evil Village καταφέρνει να δημιουργήσει ένα θετικό σερί που "πατάει" στην επιτυχημένη παρουσία του προκατόχου του (Resident Evil 7: Biohazard), βελτιώνοντάς το στα σημεία. Διαθέτει μικρές δόσεις "αυθεντικής" εμπειρίας από τα παλιά, αλλά στο σύνολό του διαφέρει.

Εμπνευσμένο από στοιχεία των Resident Evil 4 και Resident Evil 7, διαθέτει διασκεδαστικό gameplay με μικρές δόσεις ατμοσφαιρικού άγχους και μεγάλες δόσεις δράσης. Αποτελεί μία σχεδόν αψεγάδιαστη οπτικοακουστική εμπειρία και προσφέρει ένα σενάριο ξεχωριστό, με πλούσιο καστ ανταγωνιστών και καλοδουλεμένο φινάλε. Το Resident Evil Village δεν είναι το επόμενο "game of the year", αξίζει όμως την προσοχή σας.

Το παιχνίδι μάς παραχωρήθηκε από την εκδότρια εταιρεία για τις ανάγκες του review.

Σχόλια
Λεπτομέρειες
Τίτλος

Resident Evil Village - Review

Συντάκτης
13 Μαΐου 2021
Developer

Capcom

Publisher

Capcom

Διανομή

CD Media

Πλατφόρμες

PC / PlayStation 4 / PlayStation 5 / Xbox One / Xbox Series X/S / Google Stadia

Tested on

PlayStation 5

Κυκλοφορία

7 Μαΐου 2021

Είδος

Survival horror

PEGI

18

Θετικά

+ Βελτιωμένο looting
+ Εξερεύνηση που επιβραβεύει
+ Πλούσιο οπλοστάσιο
+ Βελτιωμένοι shooting μηχανισμοί
+ Συστήνει έναν από τους καλύτερους συμβατικούς εχθρούς της σειράς
+ Καλοδουλεμένο φινάλε
+ Σχεδόν αψεγάδιαστος οπτικοακουστικός/τεχνικός τομέας

Αρνητικά

- Η αλληλεπίδραση με τα αντικείμενα
- Μηδαμινή απαίτηση στρατηγικής στις μάχες
- Ανάγκη για περισσότερες ατμοσφαιρικές στιγμές
- Η δομή του σεναρίου επέτρεπε περαιτέρω ανάπτυξη
- Κάποιοι θα βρουν τη γενική πρόκληση χαμηλή

Βαθμολογία
Βαθμόλογία συντάκτη
Βαθμολογία χρηστών
Rate Here
Βαθμολογία
8.0
9.1
Συνοψίζοντας

Τα τελευταία δέκα χρόνια η ποιότητα των Resident Evil τίτλων αποτελεί, καλώς ή κακώς, αίνιγμα πριν την κυκλοφορία τους. Ευτυχώς, το Resident Evil Village καταφέρνει να δημιουργήσει ένα θετικό σερί που "πατάει" στην επιτυχημένη παρουσία του προκατόχου του (Resident Evil 7: Biohazard), βελτιώνοντάς το στα σημεία. Διαθέτει μικρές δόσεις "αυθεντικής" εμπειρίας από τα παλιά, αλλά στο σύνολό του διαφέρει.

Εμπνευσμένο από στοιχεία των Resident Evil 4 και Resident Evil 7, διαθέτει διασκεδαστικό gameplay, μεγάλες δόσεις δράσης και προκαλεί άγχος με την ατμόσφαιρά του. Αποτελεί μία σχεδόν αψεγάδιαστη οπτικοακουστική εμπειρία και προσφέρει ένα σενάριο ξεχωριστό, με πλούσιο καστ ανταγωνιστών και καλοδουλεμένο φινάλε. Παρ' όλα αυτά, τα ψεγάδια που εντοπίζονται διάσπαρτα δεν του επιτρέπουν να χαρακτηριστεί κορυφαίος τίτλος. Το Resident Evil Village δεν είναι το επόμενο "game of the year", αξίζει όμως την προσοχή σας.

8.0
Βαθμός
9.1
Βαθμός
You have rated this
What's your reaction?
LOL
0%
Cheers
33%
Τιιιιι ;
33%
Μπαααα
33%
Sad
0%
Rage
0%
/* ]]> */
http://bs.serving-sys.com/serving/adServer.bs?cn=display&c=19&mc=imp&pli=22935073&PluID=0&ord=[timestamp]&rtu=-1