Sierra: Μια ιστορία γεμάτη περιπέτεια

by Χρήστος Μπακατσέλος on 3 Αυγούστου 2015
Αφιερώματα

Gabriel Knight: Ο Κυνηγός των Σκιών

beast-within

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η Jane Jensen ξεκίνησε να εργάζεται στην Sierra, αρχικά ως σεναριογράφος στα Police Quest III και EcoQuest: The Search for Cetus, ενώ αργότερα συνεργάστηκε και με την Roberta Williams στην παραγωγή του King’s Quest VI. Η Jensen είχε και όνειρο να φτιάξει το δικό της adventure και είχε πολλές ιδέες για το πως και τι θα ήθελε να είναι. Έτσι, αφού το συζήτησε με την Roberta, το 1993 κυκλοφόρησε το πρώτο της adventure, το οποίο έμελε να μείνει κλασσικό. Το Gabriel Knight: Sins of the Fathers μας εισάγει στον κόσμο του Gabriel Knight ενός συγγραφέα και ιδιοκτήτη βιβλιοπωλείου στην Νέα Ορλεάνη, όπου μπλέκεται σε ένα μυστήριο με δολοφονίες που ο δράστης χρησιμοποιούσε βουντού για να σκοτώσει τα θύματά του, ενώ στην πορεία ανακαλύπτει και το πεπρωμένο του ως «Schattenjäger» ή «Shadow Hunter».

gabriel-knight-faces

To παιχνίδι, αλλά και ο χαρακτήρας του Knight, αγαπήθηκε όσο κανένας άλλος χαρακτήρας. Ο σκοτεινός και πιο ενήλικος τόνος του παιχνιδιού, οι έξυπνοι και δύσκολοι γρίφοι του, αλλά και η χρήση διαφόρων φολκλορικών στοιχείων συνδυασμένο με ένα υπέροχο σενάριο και μυστήριο έκαναν το παιχνίδι να σπάσει τα ταμεία και οι πωλήσεις χτύπησαν κόκκινο. Αν και στην αρχή κυκλοφόρησε σε 11 3.5" δισκέτες, αργότερα κυκλοφόρησε και σε CD-ROM με τις φωνές γνωστών ηθοποιών όπως αυτές των Tim Curry ως Gabriel Knight, Mark Hamill ως Mosely, Leah Remini, Efrem Zimbalist, Jr. και Michael Dorn. To 1995 κυκλοφόρησε το δεύτερο μέρος με τίτλο The Beast Within, αυτή την φορά όμως ήταν γυρισμένο με αληθινούς ηθοποιούς και Full Motion Videos φτάνοντας τα 6 CD-ROM! Ο Gabriel αυτή την φορά τα βάζει με λυκάνθρωπους στα δάση της Βαυαρίας, ενώ η Grace ψάχνει να βρει πως συνδέονται όλα αυτά με την μυθική χαμένη όπερα του Βάγκνερ. Πολλοί ήταν αυτοί που θεωρούν το δεύτερο μέρος το καλύτερο κεφάλαιο της σειράς, μιας και συνδέει την φαντασία με πραγματικά γεγονότα, ενώ οι γρίφοι του ήταν ακόμα πιο δύσκολοι και έξυπνοι. Η Jensen είχε φτιάξει μια ολόκληρη όπερα για το τέλος, κάτι που εντυπωσίασε τόσο τους παίχτες όσο και τους κριτικούς. Τέλος πολλοί ήταν αυτοί που συνεχάρησαν την Jensen για έναν τόσο καλοφτιαγμένο και έξυπνο γυναικείο χαρακτήρα.

Η παραγωγή του Beast Within είχε ξεπεράσει το προϋπολογισμό του παιχνιδιού κατά πολύ, και έτσι η παραγωγή για το τρίτο μέρος άργησε κατά 4 χρόνια να ξεκινήσει. Έτσι το Gabriel Knight 3: Blood of the Sacred, Blood of the Damned κυκλοφόρησε το 1999, επιστρέφοντας στο κλασσικό 3D, και έμελε να ήταν το τελευταίο adventure το οποίο θα κυκλοφορούσε η Sierra. O Tim Curry επιστρέφει στον ρόλο του Gabriel Knight ο οποίος αυτή την φορά πάει στην νότια Γαλλία, και συγκεκριμένα το Rennes-le-Château, για να βρει τον γιο του πρίγκιπα James of Albany, τον οποίο απήγαγαν τρεις άντρες με καλυμμένο το πρόσωπό τους, την ώρα που τον προστάτευε ο Gabriel. Συνδυάζοντας τον μύθο του Ιερού Δισκοπότηρου και τους βρικόλακες, η Jane Jensen «ζωγράφισε» στην κυριολεξία ένα υπέροχο adventure με πολλά ιστορικά στοιχεία και μύθους, που θα έκανε και τον Dan Brown να σκάει από την ζήλια του. Δυστυχώς, αν και υπήρχε η θέληση και η ιδέα για ένα τέταρτο GK, δεν υλοποιήθηκε ποτέ. H Jensen έφυγε από την Sierra και μαζί με τον άντρα της Robert Holmes, που έγραψε την μουσική για τα παιχνίδια αυτά, άνοιξαν την Phoenix Online Studios και τον Οκτώβριο του 2014 κυκλοφόρησε ένα remake του GK 1 με αρκετά θετικά σχόλια. Λέτε τελικά να περιμένουμε σύντομα και το τέταρτο μέρος;

Η Sierra και οι γυναικείοι χαρακτήρες στα adventures

H Roberta Williams ήθελε να βλέπει περισσότερο δυναμικούς γυναικείους χαρακτήρες να πρωταγωνιστούν στα video games. Η ίδια είχε κάνει την αρχή με την Rosella στο King’s Quest IV, αλλά δεν σταμάτησε μόνο εκεί. Έτσι το 1989 μια νέα ηρωίδα κάνει την εμφάνισή της, η Laura Bow. To Colonel’s Bequest ακολουθεί τα χνάρια του Mystery House, του πρώτου adventure που κυκλοφόρησε η Sierra. Στημένο στο 1925 η Laura Bow, φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο Τουλέιν της Νέας Ορλεάνης, πηγαίνει μετά από πρόσκληση της φίλης της Lillian να περάσει το σαββατοκύριακο στην έπαυλη του παππού της, τον Συνταγματάρχη Dijon, έξω από μια φυτεία ζάχαρης. Εκεί όμως τα πράγματα παίρνουν μια άσχημη τροπή καθώς ένας ένας από τους προσκεκλημένους βρίσκεται νεκρός.

Η Roberta ήθελε τον χαρακτήρα της Laura Bow να αγαπηθεί από το κοινό έτσι ώστε να έχει την δική της σειρά. Τον έκανε ανεξάρτητο, δυναμικό και πάνω από όλα έναν χαρακτήρα που θα μπορούσε ο κάθε παίχτης να συνδεθεί μαζί του, ανεξαρτήτως φύλου. Το παιχνίδι αυτό αγαπήθηκε από το κοινό αλλά οι κριτικές δεν ήταν και τόσο ενθουσιώδεις λόγω της έλλειψης σοβαρών γρίφων. Παρόλα αυτά το σενάριο και το μυστήριο δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. Έτσι το 1992 ήρθε και το δεύτερο μέρος με τίτλο The Dagger of Amon Ra και το μυστήριο και οι φόνοι μεταφέρθηκαν σε ένα αρχαιολογικό μουσείο και σε μια περίοδο όπου η Αμερική ήταν τρελαμένη με ό,τι είχε να κάνει με την Αίγυπτο. Η Laura Bow συνέχιζε να είναι η δυναμική πρωταγωνίστρια, ενώ αυτή την φορά οι κριτικοί το αγάπησαν αλλά οι πωλήσεις δεν κατάφεραν να φτάσουν τα αναμενόμενα. Έτσι, δυστυχώς, το Dagger of Amon Ra ήταν και το τελευταίο μέρος της σειράς. Αλλά, η Roberta Williams, δεν είχε παίξει ακόμα το καλύτερο της χαρτί…

Το φαινόμενο Phantasmagoria

phantasmagoria-logo-a

Η Roberta Williams ήθελε πάντα να φτιάξει ένα horror adventure, αλλά ποτέ δεν είχε την τεχνολογία για κάτι τέτοιο. Στις αρχές του ’90 οι interactive movies, με την βοήθεια της τεχνολογίας των CD-ROMS, άρχισαν να διαδίδονται αρκετά. To 1993 είχε κυκλοφορήσει και το adventure/puzzle The 7th Guest από την Trilobyte, στο οποίο έπαιζαν και πραγματικοί ηθοποιοί, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Η Williams κατάλαβε πως ο καιρός είχε έρθει επιτέλους να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. Και έτσι στις 24 Αυγούστου 1995, μετά από 2 χρόνια παραγωγής και 4 μήνες γυρισμάτων, κυκλοφόρησε στην Αμερική το Phantasmagoria.

H Williams είχε γράψει ένα σενάριο 550 σελίδες, τέσσερις φορές μεγαλύτερο από το τυπικό σενάριο μιας χολιγουντιανής ταινίας, και ενώ πίστευαν πως η παραγωγή θα κόστιζε γύρω στα 800.000 δολάρια, τελικά έφτασε το κόστος των 4.5 εκατομμυρίων δολαρίων, με την Sierra να φτιάχνει ένα ειδικό στούντιο για τα γυρίσματα που κόστισε 1.5 εκατομμύρια δολάρια! 25 ηθοποιοί, πάνω από 1000 backgrounds, ειδικά εφέ επιπέδου Χόλυγουντ, 135 μέλη χορωδίας και μια ορχήστρα για εκτελέσουν το κεντρικό μουσικό θέμα έδειχναν ότι η Sierra δεν νοιαζόταν καθόλου για το κόστος της παραγωγής.

Η ιστορία μιλούσε για την Adrienne (Victoria Morsell), μια συγγραφέα, η οποία μετακομίζει με τον άντρα της (David Homb) σε μια απομονωμένη έπαυλη στην Νέα Αγγλία η οποία άνηκε στον διάσημο μάγο του 19ου αιώνα Zoltan "Carno" Carnovasch. Η Adrienne όμως καταλάθος ελευθερώνει μια σατανική δύναμη που είχε παγιδευτεί μέσα στην έπαυλη και ο τρόμος αρχίζει. Το παιχνίδι έγινε το καλύτερο παιχνίδι σε πωλήσεις της Sierra. Μέχρι το πρώτο σαββατοκύριακο της κυκλοφορίας του οι πωλήσεις έφτασαν τα 12 εκατομμύρια δολάρια, ενώ τελικά κατάφερε να πουλήσει πάνω από 1.000.000 αντίτυπα! Αν και οι κριτικές ήταν κυρίως θετικές, υπήρχαν και πολλοί που το κατέκριναν κυρίως για την υπέρμετρη βία, αλλά και μια σκηνή βιασμού που έκανε πολλές χώρες να απαγορεύσουν την κυκλοφορία του σε αυτές και πολλές οργανώσεις έσπευσαν να εμποδίσουν παίχτες από το να το αγοράσουν.

Η Roberta Williams σε συνέντευξή της είχε πει πως το Phantasmagoria ήταν το πιο αγαπημένο της παιχνίδι, γιατί ήταν αρκετά δύσκολο να γίνει. Η μεγάλη επιτυχία του πρώτου έκανε τις μετοχές της Sierra να ανέβουν αρκετά, και πολλοί περίμεναν μια συνέχεια και μάλιστα σύντομα. Το Phantasmagoria 2: A Puzzle of Flesh κυκλοφόρησε το 1996. Η Roberta Williams δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με αυτό μιας και δεν ήθελε να συνεχίσει την ιστορία. Το σενάριο και οι χαρακτήρες δεν είχαν καμία σχέση με το πρώτο, και από πολλούς θεωρήθηκε ένα από τα χειρότερα παιχνίδια της εταιρείας, κυρίως γιατί η ιστορία δεν έβγαζε κανένα νόημα, οι χαρακτήρες ήταν αδιάφοροι και οι γρίφοι δεν είχαν καμία λογική.

Το τέλος

Με το που μπήκε η δεκαετία του ’90 η Sierra βρίσκονταν στην κορυφή της βιομηχανίας των video games για το είδος των παιχνιδιών που παρήγαγε. Μπορεί να μην είναι και πολύ γνωστό αλλά μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια η Sierra, πέρα από adventures, κυκλοφόρησε και άλλα παιχνίδια όπως την σειρά Hoyle Book of Games (1989), Lode Runner (1994), Outpost (1994) και άλλα πολλά. Το 1995 ήταν η πιο επικερδής χρονιά για την Sierra, η οποία είχε ήδη αγοράσει και άλλες τρεις εταιρείες, την Dynamix (γνωστή για τα Rise of the Dragon (1990), Willy Beamish (1991) και Heart of China(1991)), την Bright Star Technology και την Coktel Vision (γνωστή για την σειρά Goblins (1991) και Lost in Time (1993)).

Όμως τα πράγματα δεν άργησαν να πάρουν την κατηφόρα. To 1996 η CUC International η οποία παρείχε διάφορες υπηρεσίες για τα μέλη της, θέλοντας να επεκταθεί και στην βιομηχανία των video games, πρόσφερε να αγοράσει την Sierra για 1.5 δισεκατομμύρια δολάρια. Έτσι και έγινε και από τις 24 Ιουνίου 1996 η Sierra άνηκε στην CUC με τον Ken Williams να φεύγει από CEO της εταιρείας. Έναν χρόνο αργότερα η CUC ενώθηκε με την HFS Incorporated και δημιούργησαν την Cendant Corporation και η Sierra έσπασε σε τέσσερα τμήματα: την Sierra Attractions (για παιχνίδια όπως πόκερ, την Sierra Home (για lifestyle software), την Sierra Sports (για αθλητικά παιχνίδια) και την Sierra Studios (η οποία συνέχιζε να βγάζει adventures και action games).

Λίγα χρόνια όμως μετά, το 1998, η Cendant κατηγορήθηκε για οικονομική απάτη πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Έτσι η Cendant αναγκάστηκε να πουλήσει όλα τα τμήματά της. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την απόλυση πάνω από 250 εργαζομένων στην εταιρεία, ενώ άλλα τμήματα έκλεισαν τελείως. Ο Al Lowe και ο Scott Murphy απολύθηκαν καθώς δούλευαν πάνω στα Leisure Suit Larry 8 και Space Quest VII. Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα το 1999 η Sierra να κυκλοφορήσει και το τελευταίο της adventure, το Gabriel Knight 3: Blood of the Sacred, Blood of the Damned.

Μέσα στο 2000 η Sierra πήγε στην Vivendi και στην Activision. Κυκλοφορούσε διάφορα παιχνίδια αλλά κανένα δεν ήταν τίποτε το σπουδαίο. Όπως και να το κάνουμε, το όραμα των Williams και η αίγλη των adventure games της εποχή εκείνης δεν υπήρχαν πια. Η καρδιά της Sierra έμοιαζε να είχε σταματήσει να χτυπά, αλλά το 2014 η Activision άνοιξε ξανά την Sierra με δικό της site και καινούργιο logo. Εκείνη την περίοδο ανακοινώθηκε και ένα remake του King’s Quest, με την ίδια την Roberta Williams να συμμετέχει στην παραγωγή, και έκανε πολλούς φανς αρκετά χαρούμενους. Από ότι φαίνεται κανείς δεν είχε ξεχάσει τους Williams και όσα είχαν προσφέρει και έτσι στις 5 Δεκεμβρίου του 2014 βραβεύτηκαν στα Game Awards για την συνολική τους προσφορά στην βιομηχανία, καταχειροκροτούμενοι από το κοινό.

Από έναν αθεράπευτο adventura θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Roberta Williams. Την θεωρώ μια σπουδαία γυναίκα στο χώρο και οραματίστρια, η οποία κατάφερε όχι μόνο να μας προσφέρει σπουδαίες ιστορίες και εκπληκτικά παιχνίδια, αλλά και την σέβονται και να την εκτιμούν πολλοί σε μια εποχή όπου η βιομηχανία των video games ήταν σχεδόν αποκλειστικά ανδροκρατούμενη. Δημιούργησε παιχνίδια με δυναμικές και έξυπνες ηρωίδες να πρωταγωνιστούν στα παιχνίδια της, κάτι που θεωρούταν πρωτοποριακό για την εποχή εκείνη. Για αυτά και για πολλά άλλα, κυρία Williams σας βγάζω το καπέλο.

Σχόλια
What's your reaction?
LOL
0%
Cheers
100%
Τιιιιι ;
0%
Μπαααα
0%
Sad
0%
Rage
0%
/* ]]> */
http://bs.serving-sys.com/serving/adServer.bs?cn=display&c=19&mc=imp&pli=22935073&PluID=0&ord=[timestamp]&rtu=-1