Tom Clancy's The Division 2

Welcome to Washington D.C., Agents
by Ελένη Δρίβα on 22 Μαρτίου 2019

Το Tom Clancy's The Division κυκλοφόρησε το 2016 και όπως φαίνεται να είναι γραφτό για τα περισσότερα looter shooters, οι πρώτες εντυπώσεις που άφησε στους παίκτες δεν ήταν καθόλου καλές. Παρόλα αυτά, η Ubisoft και η Massive Entertainment έβαλαν σκοπό να φτιάξουν το παιχνίδι και να προσφέρουν στο κοινό τους αυτό που ζητούσε. Μετά από αρκετούς μήνες τα κατάφεραν, όμως για κάποιους ήταν ήδη πολύ αργά.

Εν τέλει, το The Division δημιούργησε το δικό του πιστό player base, που ομολογουμένως ήταν μικρότερο από αυτό που θα μπορούσε να έχει μετά από όλες τις προσπάθειες της ομάδας ανάπτυξης. Έτσι, τρία χρόνια αργότερα, η Ubisoft ξεκινάει από την αρχή με το The Division 2. Αυτή τη φορά θέλει να τα κάνει όλα σωστά και, πάνω από όλα, θέλει να αποζημιώσει τους παίκτες για τα λάθη του πρώτου τίτλου. Το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο τα κατάφερε.

Αν μπορούμε να πούμε κάτι χωρίς ενδοιασμούς για τη Ubisoft είναι ότι, σε μεγάλο βαθμό, μαθαίνει από τα λάθη της. Το The Division 2 δεν επαναλαμβάνει τα σοβαρότερα λάθη του προκατόχου του. Είναι εμφανώς καλύτερο από το πρώτο παιχνίδι του franchise και γενικά, ένα καλό looter shooter. Θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερο; Σαφώς. Παρόλα αυτά, έχει τις καλύτερες βάσεις που έχουμε δει σε looter shooter εδώ και πολύ καιρό.

Αφήνοντας πίσω τη Νέα Υόρκη του πρώτου τίτλου, το sequel μάς μεταφέρει στην Ουάσινγκτον, η οποία έχει βυθιστεί στο χάος λόγω της έξαρσης του Green Poison. Ο Χειμώνας έχει δώσει τη θέση του στο Καλοκαίρι και εμείς προσπαθούμε να επαναφέρουμε την πρωτεύουσα των ΗΠΑ στα περασμένα της μεγαλεία.

Αυτή είναι όλη η πλοκή του The Division 2. Το πώς φτάνουμε στην Ουάσινγκτον δεν έχει αρκετή σημασία για να δούμε μια σωστή εισαγωγή, σημασία έχει ότι χειριζόμαστε έναν νέο άλαλο Agent (που φτιάχνουμε όπως θέλουμε εμείς) και ότι πρέπει να επαναφέρουμε την τάξη στους δρόμους της πόλης, πολεμώντας ενάντια σε εχθρικά factions. Η ιστορία δεν έχει ούτε βάθος, ούτε σημασία, ενώ οι χαρακτήρες που συναντάμε είναι τελείως αδιάφοροι, με μηδενική εξέλιξη και είτε μιλάνε, είτε όχι, είναι το ίδιο πράγμα. Ουσιαστικά, είναι μια δικαιολογία για να πηγαίνουμε από τη μια τοποθεσία στην άλλη, κάνοντας πάνω κάτω το ίδιο πράγμα σε κάθε μια από αυτές. Σε αυτόν τον τομέα, η Ubisoft δεν επένδυσε ιδιαίτερα και αυτό φαίνεται.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει πως μιλάμε για ένα τελείως αδιάφορο παιχνίδι, τότε άλλωστε δεν θα το αποκαλούσαμε και καλό. Η πλοκή του μπορεί να είναι από τις πιο ανέμπνευστες που έχουμε δει, όμως ο κόσμος που εκτυλίσσεται όχι. Η δυστοπική Ουάσινγκτον είναι πανέμορφη, γεμάτη μυστικά και ενδιαφέροντα collectibles για να ανακαλύψετε, που εμβαθύνουν σε διάφορα γεγονότα. Οι βασικές αποστολές έχουν τις στιγμές τους, με μια από τις πιο αξιοσημείωτες να λαμβάνει χώρα στο Lincoln Memorial. Το ίδιο και τα side missions, που πολλές φορές μας ζητάνε να βοηθήσουμε τους κατοίκους της πόλης. Γενικά, δεν πρωτοτυπούν ιδιαίτερα, όμως καταφέρνουν να προσφέρουν τα σωστά κίνητρα.

Ένα από αυτά τα κίνητρα έρχεται με τη μορφή των settlements. Η Ουάσινγκτον έχει τρία διαφορετικά settlements (στην ουσία δυο, αφού το ένα δεν αναβαθμίζεται και δεν έχει κατοίκους) και ένα base of operations. Η κεντρική βάση είναι, αναμενόμενα, ο Λευκός Οίκος και με κάθε αποστολή (main ή side) αναβαθμίζουμε σταδιακά τους καταυλισμούς. Οι βελτιώσεις δεν γίνονται μόνο για αισθητικούς λόγους όμως, καθώς όσο βοηθάμε τους επιζώντες ξεκλειδώνουμε vendors για το crafting και πολλά άλλα. Όπως προείπαμε, η προσέγγιση δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, αλλά είναι παραδόξως ικανοποιητικό να βλέπεις τα settlements να καλυτερεύουν και να γίνονται πιο ασφαλή.

Παρά την αδιάφορη πλοκή λοιπόν, η Ubisoft καταφέρνει να προσφέρει ένα καλό παιχνίδι, κυρίως γιατί κατάφερε να δημιουργήσει ένα σωστό looter shooter. Σε αυτό το genre, είναι ζωτικής σημασίας ο παίκτης να μην κουράζεται από το επαναλαμβανόμενο content και το τεράστιο grind και το The Division 2 “ξεγελάει” τους παίκτες με μαεστρία, παρά την επαναληπτική του φύση.

Η πρόοδος που σημειώνει ο παίκτης χωρίζεται ανάμεσα στον χαρακτήρα του και το σύμπαν που κατοικεί. Η εξέλιξη είναι αισθητή και δίκαια, είτε αποφασίσετε να ασχοληθείτε εντατικά με το παιχνίδι, είτε περιστασιακά για λίγες ώρες. Το loot system δεν είναι φτωχικό, ούτε αυστηρό και υπάρχει πολύ περιεχόμενο για να ασχοληθείτε. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει παιχνίδια του είδους να μην έχουν αρκετό content κατά την κυκλοφορία. Το πρώτο The Division ήταν ένα από αυτά, το sequel όμως δεν έχει αυτό το πρόβλημα. Το περιεχόμενό του μπορεί να σας απασχολήσει για πολλές ώρες πριν αρχίσει να επαναλαμβάνεται. Υπάρχουν αποστολές, αντικείμενα για upgrade (SHD Tech) σκορπισμένα σε όλον τον χάρτη, μικρά random events και control points που πρέπει να πάρετε πίσω από τους εχθρούς. Τα strongholds είναι τα μεγαλύτερα story missions και μιας μορφής endgame, ενώ απαιτούν μια πιο συντονισμένη ομάδα.

Παρόλα αυτά, αν θέλετε να παίξετε solo, ένα μεγάλο μέρος του content είναι βατό και για τους “μοναχικούς” παίκτες. Αν πάλι προτιμάτε να παίζετε με άλλους, μπορείτε να κάνετε matchmake οποιαδήποτε στιγμή. Το μόνο πρόβλημα με τον συγκεκριμένο μηχανισμό είναι πως, τα main missions, το PvP και τα Dark Zones έχουν άψογο matchmake, όλα τα άλλα activities θεωρούνται “freeroam” και έτσι δεν μπορείτε να φτιάξετε μια ομάδα μόνο για side missions ή μόνο για control points χωρίς κάποια συνεννόηση.

Το PvP, με τη σειρά του, χωρίζεται σε δυο διαφορετικά game types: skirmish και domination και σε κάθε match διαλέγεται μια από τις λίγες πίστες που υπάρχουν, η οποία θα αντιστοιχεί σε ένα από τα δυο modes. Ομολογουμένως, το PvP είναι ελαφρώς αδιάφορο, καθώς χρειάζεται μερικές φρέσκες ιδέες για να ψυχαγωγήσει και τους παίκτες που δεν παίζουν αποκλειστικά για το PvP. Ευτυχώς, είναι τελείως προαιρετικό.

Το μεγαλύτερο βάρος στο The Division 2 όμως έχει δοθεί στο PvE. Οι ανοιχτοί δρόμοι της Ουάσινγκτον είναι εκεί που η Ubisoft ποντάρει για να ξελογιάσει τους παίκτες. Σε κάθε στενό υπάρχουν activities και πράγματα για να ανακαλύψετε, ενώ τα εχθρικά factions είναι μια συνεχής απειλή. Μάλιστα, οι εχθροί χωρίζονται σε τέσσερα διαφορετικά factions, με το ένα από αυτά να μας συστήνεται στο endgame.

Όλες οι φατρίες έχουν διάφορους τύπους εχθρών, που σας αναγκάζουν να κινείστε στρατηγικά για να τους αντιμετωπίσετε. Είναι μια αναζωογονητική αλλαγή και μια ξεκάθαρη βελτίωση από τους εχθρούς του πρώτου παιχνιδιού. Η AI είναι πιο έξυπνη και πιο επικίνδυνη, αφού μπορούν να σας περικυκλώσουν μέσα σε δευτερόλεπτα αν δεν προσέξετε. Το σημαντικότερο από όλα, πλέον δεν έρχεστε αντιμέτωποι με υπερβολικά bullet sponges. Ακόμα υπάρχουν και, έως ένα σημείο, όλοι οι εχθροί είναι bullet sponges, όμως τίποτα τόσο υπερβολικό όσο στο πρώτο παιχνίδι. Οι απλοί εχθροί πέφτουν σχετικά εύκολα, ενώ αυτοί με τις πανοπλίες τουλάχιστον έχουν μια λογική εξήγηση που αντέχουν. (Εξάλλου, το να καταστρέφετε την πανοπλία και να τη βλέπετε να διαλύεται, προσφέρει ικανοποίηση και όχι εκνευρισμό.)

Ακόμα και με τις παραπάνω βελτιώσεις, το The Division 2 παραμένει ένα cover shooter. Μην έχετε την ψευδαίσθηση του Ράμπο, γιατί χωρίς κάλυψη μπορείτε να κοιτάτε το death screen εν ριπή οφθαλμού. Αν δεν έχετε ασχοληθεί ξανά με το franchise ίσως σας ακούγεται πολύ αυστηρό αυτό, όμως η Ubisoft έχει τον τρόπο να σας κάνει να νιώθετε ισχυροί (αλλά ποτέ παντοδύναμοι). Για την ακρίβεια, το gunplay είναι άρτιο. Είναι αισθητά πιο στιβαρό και πιο ρεαλιστικό από του πρώτου παιχνιδιού και μπορείτε να εκμεταλλευτείτε ένα πλούσιο οπλοστάσιο από καλοφτιαγμένα όπλα κατά τη διάρκεια της μάχης (αν και τα assault rifles έχουν τρομακτικά μηδαμινή διαφορά από τα sub-machine guns).

Επιπλέον, έχουμε τα perks και τα skills, τα οποία σας επιτρέπουν να είστε πιο ευέλικτοι πλέον. Ουσιαστικά, τα perks είναι διάφορα passive abilities ενώ τα skills είναι high tech gadgets. Σε αντίθεση με το πρώτο The Division όμως, εδώ τα skills δεν είναι συνδεδεμένα με διάφορα skill trees· είναι ανεξάρτητα και μπορείτε να δοκιμάσετε δεκάδες συνδυασμούς. Στη θεωρία δηλαδή, γιατί στην πράξη είναι καθαρά θέμα τύχης το αν θα δουλέψουν σωστά αυτή τη στιγμή ή αν θα παραμείνουν equipped έως την επομένη μάχη, λόγω κάποιου bug. Μάλιστα, σε κάποιες συγκεκριμένες εκδόσεις του παιχνιδιού (υπήρξαν πολλές αναφορές για το PC) το πιστό μας assault turret δεν ήταν… τόσο πιστό, μιας και έκανε ολόκληρο το παιχνίδι να σταματάει να λειτουργεί.

Όταν λοιπόν δουλεύει σωστά, το The Division 2 είναι διασκεδαστικό, έχει περιεχόμενο για να ασχοληθείτε και αρκετές βελτιώσεις σε σύγκριση με τον προκάτοχό του. Σε προσωπικό επίπεδο, βρήκαμε το UI (user interface) κάτι λιγότερο από ιδανικό, αλλά δεν θα το καταγράφαμε ως σοβαρό ελάττωμα. Παρόλα αυτά, έχουμε ακόμα την απορία γιατί το ίδιο πλήκτρο κάνει δυο τελείως διαφορετικά πράγματα στο μενού των mods (mark as junk και ατομικό browse σε κάθε κατηγορία).

Αφήνοντας στην άκρη τα παράπονα (προς το παρόν), οφείλουμε να αναφέρουμε τον τομέα που ο τίτλος της Ubisoft πραγματικά θριαμβεύει: το endgame. Μια σημαντική λέξη για τα looter shooters και για όλα τα games as a service γενικότερα. Μια λέξη που η Ubisoft χρησιμοποίησε συνειδητοποιημένα για να προωθήσει το The Division 2 και πολύ καλά έκανε, γιατί αυτή τη φορά, είχε προετοιμαστεί σωστά. Κάθε looter shooter που σέβεται τον εαυτό του βλέπει τη βασική ιστορία ως αρχή και το endgame ως το κορύφωμα. Το The Division κατακρίθηκε για την έλλειψη endgame και η Ubisoft φρόντισε να μην συμβεί το ίδιο και με το sequel. Μετά από δεκάδες ώρες περιεχομένου και με τη λήξη της ιστορίας, εκεί είναι που το The Division 2 λάμπει, αντί να απογοητεύει και να κουράζει.

Με το τέλος της βασικής πλοκής και μόλις φτάσετε τα 30 levels ξεκλειδώνετε τα specializations. Πρόκειται για μια νέα προσθήκη που σας δίνει πρόσβαση σε τρία πολύ ισχυρά όπλα (crossbow, grenade launcher και αντιαρματικό sniper) και τα αντίστοιχα skill trees. Πολύ απλοποιημένα, είναι μια παραλλαγή των κλασικών classes που συναντάμε στα RPG, για να διαφοροποιείται το gameplay και να ανανεώνεται μετά από πολλές ώρες.

Ο βαρύς οπλισμός κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι όμως, καθώς μαζί με τα specializations μάς συστήνονται και οι πιο επικίνδυνοί μας εχθροί: το faction των Black Tusk. Οι Black Tusk είναι πιο βαριά εξοπλισμένοι και έχουν τα δικά τους gadgets, όπως assault drones και fixer drones. Ένα endgame faction που χρησιμοποιεί παρόμοιο εξοπλισμό με το Division.

Έπειτα, το progression system αλλάζει μετά από τα 30 levels και αντικαθίσταται από το gear level. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, τα builds γίνονται ύψιστης σημασίας και κάνουν τον χαρακτήρα σας να ξεχωρίσει, τα mods και το crafting αποκτούν νόημα και τα world tiers έρχονται για να μας προσφέρουν έναν νέο στόχο. Αυτή τη στιγμή, τα world tiers είναι τέσσερα. Το πρώτο ξεκινάει με την άφιξη των Black Tusk και τα υπόλοιπα τα φτάνουμε μέσω των Invaded missions και των Invaded strongholds. Με λίγα λόγια, τα invaded activities είναι παραλλαγές των κανονικών αποστολών, μόνο που αντί για τα άλλα τρία factions, αντιμετωπίζουμε τους Black Tusk. Παράλληλα, τα objectives αλλάζουν ελαφρώς, προσφέροντας μια ψευδαίσθηση καινούργιου.

Το κύμα αλλαγών δεν περιορίζεται σε αυτά όμως. Το περίφημο Dark Zone του πρώτου τίτλου, πλέον χωρίζεται σε τρία διαφορετικά, σε ξεχωριστή τοποθεσία το καθένα. Οι παίκτες σε κάθε server έχουν μειωθεί και το ανοιχτό voice chat έχει αφαιρεθεί ώστε να αποφευχθεί η πολλή τοξικότητα μεταξύ των παικτών. Το PvE και το PvP συναντιούνται ξανά σε όλα τα zones, μόνο που το endgame πάει ακόμα παραπέρα. Με την εισβολή των Black Tusk, κάθε εβδομάδα ένα Dark Zone μετατρέπεται σε Occupied, που σημαίνει πως δεν υπάρχουν κανόνες. Στο occupied zone οι PvE εχθροί σας είναι μόνο Black Tusk και οι άλλοι παίκτες (PvP) δεντιμωρούνται” αν κάνουν κακό στους άλλους agents. Εν ολίγοις, το occupied zone είναι ιδανικό για όσους μπαίνουν στα dark zones γιατί απολαμβάνουν όλους τους ρόλους, είτε αυτός είναι του rogue agent, είτε του agent που κοιτάει τη δουλειά του.

Προσωπικά, όπως και στο πρώτο The Division, έτσι και εδώ δεν βρήκαμε ελκυστικό το να “χαλάμε” το παιχνίδι κάποιου άλλου που δεν έχει καμιά όρεξη να εμπλακεί σε PvP απλά για του πάρουμε το loot. Οπότε, το occupied zone είναι ιδανικό για να δώσεις στους άλλους παίκτες το μήνυμα: “είμαι πρόθυμος να κάνω τα πάντα για καλύτερα rewards” και εκείνοι το ίδιο. Κάθε εβδομάδα, υπάρχει ένα άνομο zone που είναι πιο επικίνδυνο και προσφέρει το καλύτερο loot. Αν πάλι δεν θέλετε να μπείτε στα Dark Zones για να μην διακινδυνεύετε τον χρόνο και το loot σας, τότε όλα τα activities στα world tiers σας δίνουν καλά rewards και κατ’ επέκταση, τη δυνατότητα επιλογής.

Όπως διαπιστώσατε λοιπόν, το endgame δεν περιορίζεται σε μία ή δυο δραστηριότητες· αντίθετα μετατρέπει όλο το παιχνίδι σε endgame, επηρεάζοντας όλον τον χάρτη και μετατρέποντάς τον σε κάτι δυναμικό. Τα control points σας δεν είναι ποτέ ασφαλή πλέον, κάθε περιοχή είναι σε κίνδυνο και μαζί με όλα τα παραπάνω, η Ubisoft στέφει το launch της με επιτυχία.

Παρόλα αυτά, η επιτυχία της δεν είναι απολυτή. Υπάρχουν αρκετές πτυχές του The Division 2 με μεγάλα περιθώρια βελτίωσης και μια από αυτές είναι ο τεχνικός τομέας. Το παιχνίδι αξιοποιεί τη Snowdrop που γνωρίσαμε στον πρώτο τίτλο του franchise και ενώ είναι πολύ σταθερό στις αποδόσεις του, έχει μερικά άλλα θέματα που το ταλανίζουν.

Για την ακρίβεια, στις elite κονσόλες (PS4 Pro / Xbox One X) συναντάμε 4K αναλύσεις και σταθερά 30fps, με σχεδόν μηδενικά frame drops. Το Xbox One X προσφέρει την καλύτερη εμπειρία στο σύνολο, με native 4K, εκτός αν έχετε high-spec PC. Το PS4 Pro κάνει upscale σε dynamic 4K. Από την άλλη, οι απλές κονσόλες τρέχουν επίσης στα 30fps με ελάχιστα frame drops, όμως από θέμα ανάλυσης έχουμε 1080p στο PS4 και dynamic 1080p στο Xbox One.

Επιπλέον, η βελτίωση στις αντανακλάσεις και τον φωτισμό, καθώς και η εισαγωγή του δυναμικού συστήματος καιρού κάνουν την ήδη πανέμορφη Ουάσινγκτον ακόμα πιο αξιοθαύμαστη. Δυστυχώς όμως, όλες οι πλατφόρμες αντιμετωπίζουν προβλήματα με bugs, glitches και texture loading.

Κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής μας με το The Division 2, είδαμε εχθρούς και NPCs να εξαφανίζονται ή να τηλεμεταφέρονται, τα skills μας να μην δουλεύουν, quests να κολλάνε και συχνές αποσυνδέσεις από τους servers. Όλα αυτά όμως συνέβαιναν περιστασιακά, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν τα αμέτρητα και συνεχόμενα texture pop-ins, που έκαναν τα περιβάλλοντα να μοιάζουν με άμορφη μάζα, χαλώντας μέσα σε δευτερόλεπτα το immersion. Ευελπιστούμε πως όλα αυτά θα διορθωθούν σύντομα λοιπόν.

Το The Division 2 είναι η φυσική εξέλιξη του franchise προς το καλύτερο. Δεν επαναστατεί, ούτε προσφέρει αμέτρητες αλλαγές και βελτιώσεις για να κερδίσει το κοινό που δεν του άρεσε το πρώτο κεφάλαιο της σειράς, όμως είναι αρκετά βελτιωμένο ώστε να θεωρηθεί σωστό sequel. Όπως όλα τα νέα παιχνίδια, έχει τα προβλήματά του αλλά τα περισσότερα από αυτά διορθώνονται, το μόνο που δεν αλλάζει είναι η αδιάφορη πλοκή του.

Για αυτούς που αγάπησαν το πρώτο The Division είναι μια σίγουρη αγορά. Πρόκειται για ένα σωστό looter shooter, που κυκλοφόρησε σε αξιοπρεπή κατάσταση και με πλούσιο endgame. Με τη Ubisoft να υπόσχεται επιπλέον δωρεάν περιεχόμενο για τουλάχιστον έναν χρόνο (και το πρώτο Raid του franchise), το The Division 2 είναι η καλύτερη επιλογή για τους λάτρεις του genre.

Το παιχνίδι μάς παραχωρήθηκε από τη CD Media για τις ανάγκες του Review.

Σχόλια
Λεπτομέρειες
Τίτλος

Tom Clancy's The Division 2

Συντάκτης
22 Μαρτίου 2019
Developer

Massive Entertainment

Publisher

Ubisoft

Διανομή

CD Media

Πλατφόρμες

PC / PlayStation 4 / Xbox One

Tested on

PlayStation 4

Κυκλοφορία

15 Μαρτίου 2019

Είδος

Action role-playing, survival, third person shooter

PEGI

18

Θετικά

+ Ένα σωστό looter shooter
+ Πλούσιο και προσεγμένο endgame
+ Τα specializations και ο τρόπος που εμπλουτίζουν το gameplay
+ Ευπρόσδεκτες αλλαγές από το πρώτο παιχνίδι
+ Matchmaking σε όλα τα activities και όποια στιγμή θέλετε
+ Η εντυπωσιακή απεικόνιση της Ουάσινγκτον

Αρνητικά

- Αδιάφορη πλοκή
- Σοβαρά bugs και glitches που εμποδίζουν την πρόοδο του παίκτη και αχρηστεύουν διάφορα skills
- Συχνά προβλήματα αποσύνδεσης και έντονα texture pop-ins

Βαθμολογία
Βαθμόλογία συντάκτη
Βαθμολογία χρηστών
Rate Here
Βαθμολογία
8.0
7.3
Συνοψίζοντας

Το The Division 2 είναι η φυσική εξέλιξη του franchise προς το καλύτερο. Δεν επαναστατεί, ούτε προσφέρει αμέτρητες αλλαγές και βελτιώσεις για να κερδίσει το κοινό που δεν του άρεσε το πρώτο κεφάλαιο της σειράς, όμως είναι αρκετά βελτιωμένο ώστε να θεωρηθεί σωστό sequel. Όπως όλα τα νέα παιχνίδια, έχει τα προβλήματά του αλλά τα περισσότερα από αυτά διορθώνονται, το μόνο που δεν αλλάζει είναι η αδιάφορη πλοκή του.

Για αυτούς που αγάπησαν το πρώτο The Division είναι μια σίγουρη αγορά. Πρόκειται για ένα σωστό looter shooter, που κυκλοφόρησε σε αξιοπρεπή κατάσταση και με πλούσιο endgame. Με τη Ubisoft να υπόσχεται επιπλέον δωρεάν περιεχόμενο για τουλάχιστον έναν χρόνο (και το πρώτο Raid του franchise), το The Division 2 είναι η καλύτερη επιλογή για τους λάτρεις του genre.

8.0
Βαθμός
7.3
Βαθμός
You have rated this
What's your reaction?
LOL
0%
Cheers
100%
Τιιιιι ;
0%
Μπαααα
0%
Sad
0%
Rage
0%
/* ]]> */
http://bs.serving-sys.com/serving/adServer.bs?cn=display&c=19&mc=imp&pli=22935073&PluID=0&ord=[timestamp]&rtu=-1